Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Το ζωντάνι, Νατάσα Γκουτζικίδου (Μέρος β')

Τα χρόνια περνούσαν και περνούσαν… Παρέμενε μοναχό και θλιμμένο το κάστρο. Μοναχός και θλιμμένος κι ο γιος του κοινοτάρχη, τον οποίον όλοι πίστευαν για τρελό. Κουνούσε εκείνος τα χέρια του ξανά και ξανά και αναπαριστούσε πάντοτε με το ίδιο πείσμα την ιστορία του, μα κανείς δεν τον πίστευε. Έπειτα, ήρθε ο πολιτισμός στο χωριό. Λάμπες στο δρόμο που έδιωχναν μακριά της νύχτας τα σκοτάδια, η πρώτη τηλεόραση στο καφενείο, το πρώτο τρακτέρ…
«Λίγο ακόμα και θα φωτίσουν και το κάστρο», είπε μια μέρα ένας γέρος και όλοι γέλασαν με το χωρατό. Το κάστρο… Κόντευε να ξεχαστεί από όλους και όλα. Ακόμα και τα περασμένα, είχαν κι αυτά λησμονηθεί. Κλειδωμένη με βαριές αλυσίδες η πόρτα, μην τυχόν και τολμήσει κανείς να τη διαβεί. Μα μια μέρα…
Στη σκιά του κάστρου ζούσε ένα αγόρι. Η μάνα του το ταχτάριζε στα πόδια της και το κοιτούσε με λατρεία. Ήταν άλλωστε ο μοναχογιός της, ο κανακάρης της. Μόνον αυτόν είχε. Ο άνδρας της είχε πεθάνει από καιρό και ό,τι της άφησε πίσω ήταν το αγόρι και το σπιτάκι τους. «Ένα σπίτι στη σκιά του κάστρου», σκεφτόταν η μάνα και κουνούσε το κεφάλι με θλίψη. Κάτι είχε αυτό το μέρος που καθόλου δεν της άρεσε. Αυτή ήταν νύφη στο χωριό. Την έφεραν εδώ και ο τόπος έγινε το σπίτι της χωρίς δεύτερη συζήτηση. Τη φόβιζε το κάστρο. Ίσως έφταιγαν οι ιστορίες για το «ζωντάνι», ίσως ο τρελός που καθόταν ώρες απέναντι και το κοιτούσε, λες και του μιλούσε. Ό,τι και να ήταν, δεν το αγάπησε ποτέ αυτό το μέρος.
Αντίθετα με εκείνη, το αγόρι έδειχνε ξεχωριστό ενδιαφέρον για το κάστρο. Κάθε πρωί που ξυπνούσε, πήγαινε στο παραθύρι να το θαυμάσει και να του πει μια καλημέρα. Κάθε βράδυ, το έβλεπε να λούζεται στο φως του φεγγαριού και το καληνύχτιζε ανανεώνοντας το ραντεβού τους για την επόμενη μέρα. Και τα χρόνια περνούσαν και το αγόρι έγινε άντρας. Ένα πανέμορφο παλικάρι με πρόσωπο καθάριο και χαμόγελο φωτεινό σαν του ήλιου. Κάθε πρωί πήγαινε στα χωράφια όπου δούλευε σκληρά και κάθε βράδυ έπαιρνε το ούτι και άφηνε νότες να πλημμυρίζουν τον αέρα. Πήγαινε τότε κοντά του ο τρελός και ηρεμούσε. Μα σαν έβλεπε το βλέμμα του αγοριού να αγκαλιάζει το κάστρο, του έκανε νόημα να το ξεχάσει και να δει πώς κατάντησε εκείνος. Άρχιζε τότε να διηγείται με τον τρόπο του την ιστορία του. Όσο όμως συνέχιζε, τόσο προκαλούσε τη φαντασία του αγοριού.
Μια μέρα, το αγόρι το πήρε απόφαση. Θα πήγαινε στο κάστρο. Ήθελε να δει από κοντά το πανώριο πλάσμα που έλεγε ο τρελός. Ο θησαυρός δεν τον ενδιέφερε, μα ήθελε να ερωτευτεί. Να νιώσει το σκίρτημα του έρωτα για το οποίο τόσα είχε ακούσει. Να δει από κοντά τη νύμφη. Άλλωστε, η ιστορία του τρελού τριγυρνούσε διαρκώς στο μυαλό του, ξανά και ξανά… Δεν είπε τίποτα σε κανέναν. Περίμενε να νυχτώσει, πήρε σκοινί κι όλα τα απαραίτητα και άρχισε να κατεβαίνει το «ζωντάνι». Πίστευε πως είχε προετοιμαστεί κατάλληλα, όμως το καρδιοχτύπι μέσα του δεν έλεγε να πάψει.
Ένιωσε τα πόδια του να σταματούν στο έδαφος. Άναψε ένα κερί και ο τόπος φωτίστηκε μεμιάς. Περίμενε λίγο να συνηθίσουν τα μάτια του και τότε την είδε! Ένα πλάσμα πανέμορφο όπως ακριβώς το είχε περιγράψει ο τρελός. Δίπλα στην κοπέλα, το μπαούλο με τις λίρες. Δεν τον ενδιέφεραν οι λίρες. Εκείνη όμως… Πρώτη φορά έβλεπε τόση ομορφιά στη ζωή του. Με το ζόρι κρατήθηκε να μην της μιλήσει. Κάτω από το πουκάμισό του παλλόταν με δύναμη μια καρδιά. Κάθισε απέναντί της. Ακίνητος. Μόνο να την κοιτά. Μέχρι που άκουσε το πρώτο κοκόρι να λαλεί και κατάλαβε πως η νύχτα είχε αφήσει τη θέση της στη μέρα. Έσβησε το κερί και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Εκείνη ούτε που κουνήθηκε. Μόνο χαμογελούσε.
Όλη μέρα η σκέψη του ήταν κοντά της. Ανυπομονούσε να την ξαναδεί και να την κρατήσει στην αγκαλιά του, μα ήξερε πως δεν είχε δικαίωμα να το κάνει. Όσο για τις λίρες, ούτε που τον απασχολούσαν! Επιτέλους νύχτωσε και το φεγγάρι καρφιτσώθηκε ξανά στον ουρανό. Μόλις η μάνα του ξάπλωσε, πήρε το δρόμο για το «ζωντάνι».
Κατέβηκε, πιο εύκολα αυτή τη φορά, άναψε το κερί και την είδε. Πάλι δεν μίλησε. Εκείνη τον κοίταξε παραξενεμένη. Δεν περίμενε να τον ξαναδεί. Άνοιξε το μπαούλο και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Πήγε κοντά της. Του έβαλε στα χέρια μερικές λίρες αλλά εκείνος τις πέταξε πίσω. Κάθισε αντίκρυ της και την κοιτούσε. Μόνο την κοιτούσε. Κάπως έτσι πέρασε η νύχτα.
Κάθε βράδυ η ιστορία επαναλαμβανόταν. Κάθε βράδυ το αγόρι κατέβαινε στο «ζωντάνι» για να συναντήσει τη νύμφη. Μα μια νύχτα…
Κατέβηκε ανυπομονώντας να τη συναντήσει. Αντί για τη νύμφη όμως βρήκε μόνο το μπαούλο. Οι λίρες είχαν χαθεί και στον πάτο του υπήρχε χώμα. Η κοπέλα πουθενά. Κάθισε χάμω και άρχισε να κλαίει για τον χαμένο έρωτα της ζωής του. Ώστε αυτό ήταν; Δεν θα την έβλεπε ποτέ ξανά; Τι να είχε συμβεί στ’ αλήθεια; Τότε πρόσεξε πως στο χώμα ήταν πεταμένη μια χοντρή αλυσίδα. Κατάλαβε. Η νύμφη ήταν εκεί παρά τη θέλησή της. Υποχρεωμένη να φυλά το θησαυρό που έκρυβε στα έγκατά του το κάστρο. Εκείνος την είχε ελευθερώσει με την αγάπη του. Τώρα η νύμφη του θα ήταν ελεύθερη… Μπορούσε να τη φανταστεί να λούζεται στα νερά του ποταμού με την πανσέληνο και να τρέχει ανάμεσα στα δέντρα. Ο πόνος στην καρδιά του μαλάκωσε μεμιάς. Του αρκούσε που ήταν ελεύθερη. Μήπως αυτό δεν σημαίνει αληθινή αγάπη; Να θέλεις ευτυχισμένο αυτόν που αγαπάς, ακόμα κι όταν δεν είναι στο πλάι σου; Ακόμα κι αν αυτό σε πονά…
            Ανέβηκε στην επιφάνεια. Πήρε το ούτι και κάθισε στο πεζούλι. Οι νότες ξεχύθηκαν να χορεύουν. Όσο έπαιζε, τόσο αγαλλίαζε η ψυχή του. Σήκωσε το βλέμμα βέβαιος πως δεν ήταν πια μόνος και είδε τον τρελό να του χαμογελά. Είχε πίσω τη λαλιά του κι εκείνος το κάστρο του.

ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

Το ζωντάνι, Νατάσα Γκουτζικίδου


Ήταν μια φορά κι έναν καιρό, ένα χωριό κτισμένο σε έναν καταπράσινο λόφο. Πλατάνια στεφάνωναν τις αυλές των σπιτιών και αγκάλιαζαν τους τοίχους, ενώ το βράδυ, όταν όλα ηρεμούσαν, έφτανε από μακριά το τραγούδι του ποταμού συνοδευόμενο από το κόασμα των βατράχων. Χαμογελούσαν τότε εκείνοι που καταλάβαιναν την γλώσσα των ζώων και των πουλιών γιατί ήξεραν πως η Φύση, μέσω των πλασμάτων της, σιγοψιθύριζε το μυστικό του κάστρου. Εκεί, στην ανατολική πλευρά του χωριού, δέσποζε ένα κάστρο, βγαλμένο θαρρείς από παραμύθι.
Είχαν περάσει χρόνια από τότε που βασιλιάδες και βασιλοπούλες το είχαν επιλέξει για σπίτι τους. Το κάστρο ατένιζε μόνο του πια την απεραντοσύνη του κάμπου. Άλλοτε οχυρό ενός ισχυρού αυτοκράτορα που έκρυβε εκεί τα χρήματα της αυτοκρατορίας του, μα τώρα κενό. Το είχαν όλοι εγκαταλείψει και εκείνο έμοιαζε παραπονεμένο. Μόνη του συντροφιά οι μαργαρίτες που φύτρωναν ανάμεσα στις πολεμίστρες και τα πουλιά που έβρισκαν καταφύγιο καθώς ο ήλιος έδυε και έβαφε με τα χρώματά του τους δύο πύργους του.
Δύο πύργοι πανύψηλοι, που νόμιζες πως θα αγγίξουν τα σύννεφα. Ο ένας ήταν λίγο πιο μεγάλος από τον άλλον και η σκάλα που οδηγούσε στον πάτο τους είχε από χρόνια γκρεμιστεί, με τόσα πολλά σκαλιά που ποτέ κανείς δεν είχε κατέβει. Το βράδυ όμως κάτι παράξενο συνέβαινε στα έγκατά του γιατί ακουγόταν φασαρία, θαρρείς και κάποιος έσκαβε με δύναμη κάτι να βρει. Τα χρόνια περνούσαν και η φαντασία των κατοίκων οργίαζε. Τι να έκρυβε το κάστρο; Ποιο να ήταν το μεγάλο του μυστικό; Η αχλή του χρόνου τύλιγε τους πύργους με τα πέπλα της και ολοένα και περισσότεροι άρχισαν να ενδιαφέρονται για τα μυστικά που έκρυβε το βυζαντινό κάστρο στα έγκατά του. Το «ζωντάνι», όπως το αποκαλούσαν οι παλιότεροι, είχε τελικά ένα μυστικό…
Ανόητη ονομασία θα μου πείτε. Τι σημαίνει «ζωντάνι»; Τα φτερά της φαντασίας είχαν δημιουργήσει έναν ακόμα θρύλο, από αυτούς που πλέκει με το αδράχτι της μια όμορφη κυρά.
Όσο ο θόρυβος από τα έγκατα του κάστρου μεγάλωνε τις νύχτες, τόσο οι κάτοικοι άρχιζαν να αισθάνονται περιέργεια για το τι πραγματικά συνέβαινε. Τόσα χρόνια πίστευαν πως εκεί φυλάκιζε ο αυτοκράτορας τους εχθρούς του, γι’ αυτό και ελάχιστα τους απασχολούσε. Άλλωστε όλα ήταν πολύ ήρεμα μέχρι τότε. Μα τώρα είχαν αρχίσει να διερωτώνται σοβαρά μήπως οι ψυχές των νεκρών ζητούσαν κάτι από τους ζωντανούς. Εκείνοι που είχαν σπίτια στη σκιά του κάστρου άρχισαν να ασφαλίζουν τα παραθυρόφυλλά τους, αλλά όσο ο καιρός περνούσε και τίποτα το παράξενο δεν συνέβαινε, οι κάτοικοι επέστρεφαν στις συνήθειές τους και η ζωή συνεχιζόταν με τους γνωστούς ρυθμούς της.
 
Μα ως γνωστόν, η περιέργεια είναι κομμάτι της ανθρώπινης φύσης και κανείς δεν μπορεί να την αποχωριστεί. Έτσι, κάποιοι άνδρες από το χωριό φάνηκαν αποφασισμένοι να λύσουν το μυστήριο. Θα κατέβαιναν στο «ζωντάνι». Το είχαν πάρει απόφαση. Ωστόσο, η κατάβαση δεν θα ήταν εύκολη. Οι πύργοι ήταν στενοί και μόνο ένας άνθρωπος χωρούσε να περάσει κάθε φορά. Ποιος θα ήταν ο γενναίος που θα πήγαινε μπροστά;
Χμ… Δύσκολη απόφαση. Τελικά, αποφάσισαν να ρίξουν κλήρο. Έτυχε στο γιο του κοινοτάρχη, έναν νεαρό άνδρα που πάντοτε κοκορευόταν για τα κατορθώματά του. Τι να κάνει εκείνος; Άλλαξε δέκα χρώματα, αλλά να πει όχι δεν μπορούσε. Ζώστηκε το όπλο του και κίνησε μπροστά. Πίσω του πήγαιναν οι υπόλοιποι. Ήταν μια ήρεμη καλοκαιρινή βραδιά, από αυτές που δεν θέλεις να αφήσεις το ονειροπόλημα και τη θέα του ξάστερου ουρανού. Ο ουρανός στο χωριό ήταν διαφορετικός. Γεμάτος αστέρια και ένα ολόγιομο φεγγάρι να καθρεφτίζει το πρόσωπό του στο ποτάμι. Φορούσε η Σελήνη τα καλά της και κολυμπούσε στα νερά του. Μια ερωτική συνεύρεση ανάμεσα στην κυρά του ουρανού και στον κύρη του κάμπου.
Κατέβαινε ο γιος του κοινοτάρχη και κατέβαινε, μα τελειωμό δεν είχε το «ζωντάνι». Ευτυχώς, όλα έδειχναν ήρεμα. Κανένας ήχος από αυτούς τους παράξενους που ακούγονταν κάθε βράδυ. Ξαφνικά, αισθάνθηκε πως είχε φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Κούνησε το σκοινί για να κατέβουν και οι άλλοι και έβαλε μια δυνατή φωνή. Η ηχώ την ταξίδεψε σε κάθε αίθουσα του κάστρου και τη γύρισε πίσω. Άκουσε τους άλλους που ενθαρρυμένοι από εκείνον ετοιμάζονταν να κατέβουν με περίσσια τόλμη. Άναψε το κερί που είχε μαζί του και ο τόπος φωτίστηκε.
Μα καλά, αυτό ήταν το «ζωντάνι»; Ένας ατελείωτος διάδρομος που προφανώς οδηγούσε μακριά από το χωριό σε περίπτωση εισβολής στο κάστρο; «Ανοησίες των χωρικών», σκέφτηκε ο άντρας, μα την προσοχή του τράβηξε ένα μπαούλο. «Λίρες», συλλογίστηκε και τα μάτια του έλαμψαν. Πήγε κοντά, όταν πρόσεξε κάτι να αργοσαλεύει. Έριξε το φως του κεριού πάνω του και έκθαμβος είδε μια νεαρή γυναίκα. Ένα πλάσμα πανώριο που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της σκέπαζαν όλη την πλάτη της και τα μάτια της γυάλιζαν παράξενα στο φως του κεριού. Δεν έδειχνε να φοβάται από την ανδρική παρουσία. Εκείνος έκανε κάτι να πει, αλλά η κοπέλα έφερε το δάχτυλο στο στόμα της και του έκανε νόημα να σωπάσει. Μετά, του έδειξε το μπαούλο σαν σε προτροπή. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος για όλα αυτά που μπορούσε να αποκτήσει, που δεν πρόσεξε την επιγραφή στο καπάκι και αναφώνησε χαρούμενος: «Είναι όλα δικά μου, κι εσύ θα γίνεις δική μου!»
Πήγε κοντά της να την αρπάξει και κάτι να πει, μα τότε κατάλαβε πως λαλιά δεν έβγαινε από τα χείλη του. Προσπάθησε ξανά και ξανά, μα τίποτα. Τότε μόνο παρατήρησε τα χαραγμένα λόγια. Όποιος μιλούσε, έχανε για πάντα τη λαλιά του. Πανικοβλήθηκε. Βρήκε το σκοινί και άρχισε να σκαρφαλώνει. Στα μισά της διαδρομής βρήκε τους άλλους, μα δεν μπορούσε να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί. Όλοι τον κοιτούσαν τρομαγμένοι αλλά δεν καταλάβαιναν τίποτα. Τον πήραν μαζί τους και ανέβηκαν στην επιφάνεια. Τον κοιτούσαν έντρομοι να κουνά τα χέρια πάνω-κάτω και να μην μπορεί να μιλήσει. Ένας από τους άνδρες σκέφτηκε τελικά να φέρει χαρτί και μολύβι και να του δώσει να γράψει. Έγραψε εκείνος όλες κι όλες τρεις λέξεις: θησαυρός, νύμφη, λαλιά. Όλοι όμως τον πέρασαν για τρελό. Φαντάστηκαν πως φοβήθηκε τόσο, που έχασε τη φωνή του! Ούτε όμως κανείς άλλος έδειχνε πρόθυμος να κατέβει εκεί. Έτσι, το κάστρο σφραγίστηκε και κανείς δεν μίλησε ξανά γι’ αυτό.



Συνεχίζεται....