Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Άλλαξε η ώρα, εσύ;

Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι, παγκοσμίως αποδεκτό, όπως η αλλαγή του χρόνου, η αλλαγή της ώρας, η μετάβαση σε μια εποχή, βλέπω τους ανθρώπους να προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι έφτασε η ώρα της αλλαγής.
Έτσι, την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς και λίγο πριν, πολλοί είναι εκείνοι που κάνουν απολογισμό της χρονιάς που πέρασε, δήθεν για να μην επαναλάβουν τα λάθη τους την επόμενη. Άλλοι, με το που φτάνει η άνοιξη, πιστεύουν πως μαζί με τα λουλούδια, θα ανθίσει και η ψυχολογία τους. Ακόμα και η αλλαγή της ώρας, είναι φορές που μας κάνει να πιστεύουμε πως το πέρασμα σε μια ολοένα μεγαλύτερη μέρα θα διορθώσει τα κακώς κείμενα της ζωής μας ή θα μας δώσει το έναυσμα να πάμε παρακάτω. 
Δικαιολογίες. Στη ζωή μας, θα υπάρχουν, πάντα, κακώς κείμενα που θα μας τραβούν πίσω. Θα είναι η δουλειά μας, μια σχέση που δεν πηγαίνει καλά, ένας κακός συνεργάτης. Την αλλαγή, την κουβαλάει ο καθένας μέσα του. Δεν έχει ανάγκη από δεκανίκια να στηριχθεί πάνω τους για να μην πέσει. Δεν έχει ανάγκη από δικαιολογίες. Αν κάτι μας τραβάει πίσω, αυτός είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Αυτός αρνείται να προχωρήσει μπροστά. Αυτός αρνείται να παραδεχτεί, αυτός αρνείται να αλλάξει. Την ευθύνη, την έχουμε εμείς.  Σε πόσες δικαιολογίες να κρυφτούμε πια;
Ωστόσο, δεδομένου ότι η ώρα άλλαξε και έφτασε η άνοιξη, σκέφτομαι πως ίσως καιρός να φυσήσει ο άνεμος της αλλαγής
Στο κάτω-κάτω, όλοι έχουμε ανάγκη από μια δικαιολογία, ε;

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Tέλεια με το ζόρι

Aπό τη μέρα που γεννήθηκα, το όνομά μου ήταν ''Μiss Τέλεια'' (κατά το ''Miss με το ζόρι''). Ο λόγος απλός, ήμουν τέλεια σε όλα. Όχι, δεν είμαι ψώνιο. Μην βιαστείτε να μου το καταλογίσετε. Ό,τι, όμως, κι αν έκανα, το έκανα αψεγάδιαστα. Ακόμη και σαν μωρό, ήμουν παιδί από κούνια. Σπάνια έκλαιγα, σπάνια έκανα ζημιές, σπάνια λέρωνα τα ρούχα μου. 
Αργότερα, σαν μαθήτρια, ήμουν, πάντοτε, υποδειγματική. Οι βαθμοί μου ήταν τόσο καλοί, σε όλες τις τάξεις, που ακόμα και οι καθηγητές μου είχαν αρχίσει να μονοτονούν, βάζοντας τόσα άριστα. Έπειτα, αποφοίτησα απο το σχολείο. Εννοείται με δέκα εννιά, έτσι; Το είκοσι, το είχα στο τσεπάκι αλλά ο διευθυντής ήταν της παλιάς σχολής. Ότι, δηλαδή, το είκοσι είναι μόνο του Θεού, οπότε, βολεύτηκα με λίγο παρακάτω. Το ίδιο και όλοι οι υπόλοιποι (οικογένεια, στενοί συγγενείς, φίλοι, μέχρι και η γειτόνισσα που κόντεψε να το πάρει κατάκαρδα). Εκεί που τα έδωσα, όμως, όλα ήταν όταν έπιασα δουλειά. Παρέλειψα να πω-γιατί το θεωρώ αυτονόητο- ότι μπήκα στο πανεπιστήμιο με τη μία και αποφοίτησα (και από εκεί) με άριστα (φυσικά!)
Όπως, έλεγα, όμως, τα ρέστα μου τα έδωσα στη δουλειά. Αν το πρώτο μου αφεντικό δεν ήταν τόσο τσιγκούνης, ώστε να φοβάται να ξοδέψει λίγα ψωροευρώ, μια κορδέλα θα κρεμόταν στον λαιμό μου και θα με ανακήρρυτε ''υπάλληλο του μήνα''. Μη σου πω, και της χρονιάς. Τα έκανα όλα και συνέφερα. Ένας υπάλληλος με τη μορφή δέκα. Μπορούσα να είμαι γραμματέας, διοικητικό στέλεχος, ακόμα και πορτιέρης. 
Οι δε συνάδελφοι, εικόνα στο προσκέφαλό τους με είχαν. Γιατί όχι, άλλωστε; Όποιος ήθελε να πάρει
άδεια, μου ανέθετε τις δουλειές του κι εγώ, εννοείται, πως της δεχόμουν όλες, αδιαμαρτύρητα. Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα...  Στις καλοκαιρινές άδειες, καταλάβαινα τους πάντες, ειδικά, τους έχοντες οικογένεια. Η Μαιρούλα έπρεπε να είναι με τα παιδιά της, ο Γιαννάκης με την καινούρια γκόμενα και η Ποπίτσα με την κολλητή της γιατί, μόνο, τότε, συμβάδιζαν οι άδειές τους. Κάπως έτσι, εγώ έπαιρνα άδειες τον Σεπτέμβρη, κοντά στα τέλη, που η θάλασσα είχε παγώσει και οι παρέες μου επέστρεφαν στις δουλειές τους...  Κοινώς, έμενα με το παγωτό στο χέρι.
Ποιες παρέες, βέβαια, αφού κανείς δεν με άντεχε.  Όποτε, κάποιος από τους φίλους μου αργούσε στο ραντεβού μας, του έκανα σκηνή, γιατί ως όφειλε, δεν ήταν στην ώρα του. Γενικότερα, πίστευα πως, μόνομ η τελειότητα κάνει τον κόσμο να γυρίζει.
 Ώσπου μια μέρα, περπατώντας στο δρόμο, αγκαζέ με τους φακέλους της Μαιρούλας (την είχε κάνει κοπάνα για διήμερο με τον άνδρα της κι εγώ την αντικαταστούσα), γλίστρησα και σκόνταψα. Οι φάκελοι κυλίστηκαν στις λάσπες και το λευκό, τέλειο ταγέρ μου έγινε μαύρο. Δύο πιτσιρικάδες έβαλαν τα γέλια και με έδειχναν με το δάχτυλο. Σηκώθηκα όρθια στα γρήγορα, μήπως και περισώσω, πέρα από τους φακέλους, τη χαμένη υπερηφάνια μου.
Έπειτα, κοιτάχτηκα σε έναν καθρέφτη στον τοίχο κάποιου καταστήματος. Πρώτη φορά, με έβλεπα σε καθρέφτη σε τέτοιο χάλι. Συνήθως, πρώτα, φορούσα τα ακριβά, τέλεια ρούχα μου, χτένιζα τα μακριά, τέλεια μαλλιά μου και μετά, καθρεφτιζόμουν.
Αυτή τη φορά, όμως, αυτή που με κοιτούσε στον καθρέφτη, ήταν χάλια. Ωστόσο, το  βλέμμα ήταν οικείο, γνωστό. Το χειρότερο όλων ήταν πως αυτή η 'ξένη' μου άρεσε, γιατί ήταν ανθρώπινη. Ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσα πως τόσο καιρό δεν ήμουν ''Miss τέλεια'',  αλλά Miss Ψεύτικη. Τόσο ψεύτικη, που παραλίγο να μην με αναγνωρίσω και η ίδια. 
Σε μια μαγική στιγμή, πέρασε μπροστά από τα μάτια μου όλη η ζωή μου. Τι είχα πετύχει τόσα χρόνια; Τίποτα, γιατί είχα ξεχάσει να ζω και η ''ξένη'' του καθρέφτη ήρθε από το πουθενά να μου το θυμίσει. Ήταν η στιγμή της μεγάλης αλλαγής. Σκέφτηκα όσους θα απογοήτευα, αλλά για πρώτη φορά, δεν με ένοιαζε. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν πώς θα αναπλήρωνα τις στιγμές που έχασα, κάνοντας πράγματα μόνο για μένα. Στο κάτω-κάτω, δεν είναι τόσο άσχημο να είσαι ''τσαλακωμένη'', χώρια που γλιτώνεις το σίδερο, ε;


Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα

Κοιτάζω, σπάνια, τις διαφημιστικές ταμπέλες στο δρόμο. Συνήθως, με ενοχλούν τα έντονα χρώματα κι ο ακόμα πιο έντονος φωτισμός τους το βράδυ. Καμιά φορά, όμως, ρίχνω μια ματιά σε αυτές στο μετρό, κυρίως, επειδή παρουσιάζουν μουσικές και θεατρικές παραστάσεις. 
Το βλέμμα μου πέφτει σε διαφήμιση ιδιωτικού καναλιού. Το σλόγκαν παραδέχεται πως τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα. Στο μεταξύ, στο μυαλό μου ''σκάνε'', ήδη, φράσεις του τύπου ''τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία'' και διάφορα κλισέ της εποχής. 
Είναι, όμως, παραδέχομαι πως από τις λίγες φορές που μια διαφήμιση καταφέρνει τόσο καλά να παίξει με το μυαλό μου. Παράλληλα, λοιπόν, με τα κλισέ που αναβοσβήνουν στο μυαλό μου, σαν πινακίδες από νέον το βράδυ, σκέφτομαι μερικά από τα ωραιότερα πράγματα που δεν είναι πράγματα κι όμως, γεμίζουν την ψυχή και σε κάνουν να αισθανθείς πλούσιος, έστω και για ένα λεπτό.
Μια βόλτα στη θάλασσα καθώς ο ήλιος δύει, ένα παιδικό χαμόγελο, μια νύχτα με φεγγάρι, ένα τηλεφώνημα από πρόσωπο αγαπημένο, η φιλία που ενώνει δύο ανθρώπους, το γέλιο, η αγάπη σε όλες τις μορφές της, μια αγκαλιά, ο έρωτας...
Και η μουσική παίζει δυνατά στο αυτοκίνητο. Ζήσε τις στιγμές. Αξία: ανεκτίμητη (μετά από αυτό, καμία διαφήμιση δεν έμεινε παραπονεμένη).

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Θυμήσου πόσα μου χάρισες, Βασίλης Πέρρος

Ο συγγραφέας και φίλος, Βασίλης Πέρρος, γράφει (για την ακρίβεια, μίλησε, κιόλας) για το μυθιστόρημά μου, Θυμήσου πόσα μου χάρισες, που κυκλοφορεί από τη Δυάς εκδοτική.

Πρώτα απ΄ όλα να σας καλησπερίσω όλους με τη σειρά μου και να ευχαριστήσω τη Νατάσα Γκουτζικίδου, που μου εμπιστεύτηκε την παρουσίαση του βιβλίου της. Με τη Νατάσα συναντηθήκαμε και γνωριστήκαμε τυχαία, σε κάποια παρουσίαση βιβλίου, στο κέντρο της Αθήνας, πριν λίγα χρόνια… Από τότε άρχισα να διαβάζω τα βιβλία της και ομολογώ ότι με συνεπήρε ο τρόπος γραφής και η ευρηματική σκέψη της. Μα πιο πολύ εκτίμησα και εκτιμώ τον άνθρωπο Νατάσα. Έναν άνθρωπο συγκροτημένο, γεμάτο όρεξη, πάθος και ευαισθησίες. Μία γυναίκα που χρωματίζει ότι βρίσκεται γύρω της, με την ομορφιά της ψυχής και του χαρακτήρα της.
Σ΄ ευχαριστώ Νατάσα που μου πρότεινες να προλογίσω το βιβλίο σου και θέλω να σου τονίσω πως είναι τιμή για μένα να βρίσκομαι απόψε εδώ, μαζί σου …και μαζί με τους όμορφους φίλους και αναγνώστες σου.
Το να εμπιστεύεσαι όμως Νατάσα σε συγγραφείς, τη γνώμη για το ταξίδι σου στη λογοτεχνία, είναι σα να αφήνεις ναυτικούς να κρίνουν την ρότα σου στο πέλαγος… Σ΄ ένα ταξίδι με ένα πλοίο γεμάτο επιβάτες, που λαχταρούν μαζί σου να γίνουν ένα με την αρμύρα της θάλασσας, να γεμίσουν τα μάτια τους εικόνες, να γνωρίσουν καινούριες Ιθάκες… Σ΄ ένα τέτοιο ταξίδι, δεν έχει σημασία τι θα πουν άλλοι καπεταναίοι… μα έχει σημασία ο επιβάτης… η δική του γνώμη.. η δική του απόλαυση. Θέλω να πω σ΄ αυτό το σημείο, πως ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Νατάσας σαν συγγραφέας, μα το τελείωσα σαν αναγνώστης… Απλός επιβάτης στο δικό της ταξίδι… Επιβάτης, αναγνώστης, θεατής, που απόλαυσα λέξη λέξη, κάθε γεγονός, κάθε εικόνα… Επιβάτης σ΄ ένα ταξίδι τόσο μεστό από εικόνες και χρώματα, αλλά και τόσο μακρινό, τόσο αγωνιώδες… περνώντας μέσα απ΄ τη ροή των εκρηκτικών αποκαλύψεων και των αναπάντεχων γεγονότων.
Νατάσα, κράτησα στα χέρια μου ένα βιβλίο που αποτύπωσε μέσα μου εικόνες και συναισθήματα έντονα… Ένα βιβλίο ανεπιτήδευτα καλογραμμένο, που από την πρώτη σελίδα δεν με άφηνε να το κλείσω. Η αλήθεια είναι πως αυτό το μυθιστόρημα, έχει αυτό που λέμε… κάτι απ΄ όλα μέσα του… Έχει κάτι από κοινωνική περιπέτεια, από αισθηματική ιστορία, από αστυνομικό μυθιστόρημα… κάτι απ΄ όλα, σε μια συνταγή μαγική… με μια αναλογία δύναμης και πάθους. Και λέω δύναμης… γιατί έχει τη δύναμη να σε καθηλώσει, να σε κάνει να συγκινηθείς, να προβληματιστείς, να θυμώσεις… να ταξιδέψεις…
Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος η Μελίνα, ένα κορίτσι βουτηγμένο στην κατάθλιψη της μοναξιάς, στην απόρριψη της αγάπης… μα μια όψιμη αγωνίστρια της ζωής, ένα πρόσωπο που καταφέρνει να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία εκείνα που κάνουν μια ύπαρξη, μια γυναίκα… όμορφη, μυστηριώδη, και την μετατρέπουν σε πρωταγωνίστρια της ζωής…
Η Μελίνα, η ηρωίδα του μυθιστορήματος της Νατάσας, προσπαθεί με αγωνία σε όλη τη διάρκεια της πλοκής, να ξεφύγει από τη δική της φυλακή, τη φυλακή της μοίρας της….
Πολλές οι συμπτώσεις, περίεργη η εξέλιξη της μοίρας, αγωνιώδης η τροπή των γεγονότων, κάνουν τον αναγνώστη να ρουφάει τις σελίδες του μυθιστορήματος, όχι μόνο για να δει το παρακάτω… μα για να ξετυλίξει το κουβάρι του μυστηρίου, αναζητώντας τη δική του κάθαρση, τη δική του δικαίωση.
-Η αυτοκτονία της Μαρίνας…
-ένας παλιός θρύλος που στοιχειώνει έναν τόπο ολόκληρο…
-δυο αδέλφια που ζουν συμβατικά κάτω απ΄ την ίδια στέγη…
-μια προτομή που συμβολίζει τη μακροχρόνια δωρεά στο μυστικό της οικογένειας…
-ένας φάκελος που αποκαλύπτει το σκληρό παρελθόν…
-ένας γάμος που ξέφτισε στο φως της αλήθειας…
-και μια απόφαση ζωής, ένα γερό ταρακούνημα στην ψυχή της ηρωίδας, της Μελίνας… που μετατρέπει την κατάθλιψη σε όρεξη για ζωή… και την παράδοση στη μοίρα, σε λαχτάρα για όνειρα…
Ήρθα εδώ απόψε αρχικά για να σας μιλήσω για το μυθιστόρημα «Θυμήσου πόσα μου χάρισες»… ήρθα για να μιλήσω μαζί σας, για να σας παρουσιάσω την τροπή, την εξέλιξη, το ύφος, το χρώμα του βιβλίου… Όμως στην πορεία άλλαξα γνώμη… Δεν θέλω να σας πω άλλα, δεν θέλω να πείσω… Θέλω μονάχα να ευχαριστήσω τη συγγραφέα, για την απόλαυση που μου πρόσφερε μέσα από τις σελίδες της και να της πω, πως… τελικά και σε μένα χάρισε πολλά… ευχαριστώ πολύ

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Μη σταματήσεις να γελάς

Λατρεύω το γέλιο. Το γέλιο, το αληθινό, το αυθόρμητο. Εκείνο που βγαίνει αβίαστα και γαληνεύει τα έσω, χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. 
Περισσότερο, όμως, λατρεύω τους ανθρώπους που με κάνουν να γελάω. Εκείνους, που εκτός από καρδιά, έχουν μια φλόγα άσβεστη στην ψυχή να καίει χειμώνα-καλοκαίρι, με το ίδιο πάθος. 
Εκείνους, που αντιλαμβάνονται πότε κλαις (κι ας μην σε βλέπουν, δεν χρειάζεται) και κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να γελάσεις. 
Άλλος, σου στέλνει το ζώδιο της ημέρας, κατηγορώντας τον ανάδρομο Ερμή για την κατάντια σου/μας ή ψάχνει να βρει τον αστρολόγο με τις καλύτερες προβλέψεις. Άλλος, παρότι μπορεί να είναι σε χειρότερη κατάσταση από σένα, σου στέλνει ένα μήνυμα γεμάτο χιούμορ, οπότε θες, δεν θες, θα γελάσεις. Κι άλλος, σου φέρνει στη δουλειά το πρωινό του δημιούργημα, καλλιτεχνικής εμπνεύσεως, βεβαίως-βεβαίως, γιατί ξέρει ότι θα γελάσεις.
Κάπως έτσι, σκέφτεσαι πως ό,τι αξίζει είναι μια ζωή με γέλιο. Ό,τι αξίζει είναι να έχεις δίπλα σου ανθρώπους που σε κάνουν να γελάς. Ανοίγω το ραδιόφωνο και το τραγούδι που παίζει συνηγορεί απόλυτα στις σκέψεις μου. Μ' αρέσεις γιατί...

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Η δύναμη των λέξεων

Λένε πως οι λέξεις έχουν δύναμη. Λέω, πως οι λέξεις έχουν ψυχή. Ζωντανεύουν και φτιάχνουν μικρά θαύματα. Κάνουν τους ανθρώπους να μισούν, να αγαπούν, να συμπαθούν ή να αντιπαθούν, να ερωτεύονται... 
Πόσες φορές δεν κρεμαστήκαμε απο τα χείλη κάποιου, σαν πολυέλαιοι, επειδή χειριζόταν εξαιρετικά τον λόγο; Πόσες φορές δεν γλυκαθήκαμε με μια λέξη, αντί με γλυκό του κουταλιού συκαλάκι και πόσες φορές δεν πικραθήκαμε, επειδή μια λέξη έφερνε περισσότερο σε δηλητήριο; 
Η απάντηση, σύντομη και απλή: πολλές.
Δεν ξέρω τι σόι ηχώ έχει η κάθε λέξη. Ξέρω, πάντως, μία που όταν την ακούν οι άνθρωποι πανικοβάλλονται και αυτή, δεν είναι άλλη από το τέλος. Ξέρω πολλά τέλη, και δεν αναφέρομαι στα τέλη κυκλοφορίας και άλλα (πολύ) δυσάρεστα. 
Το τέλος μιας φιλίας, μιας επαγγελματικής συνεργασίας, μιας σχέσης (με αυτόν τον τίτλο μέχρι και Όσκαρ πήραμε. Πήραμε, πήραν, δεν έχει σημασία).
Η λέξη 'τέλος' τρομάζει γιατί έχει οριστικό και ενίοτε, αμετάκλητο χαρακτήρα. Σημαίνει αυτό που όταν τελειώσει, δεν θα αρχίσει ξανά ή και να αρχίσει δεν θα είναι ποτέ ίδιο. Κάτι θα έχει ραγίσει, κάτι θα έχει σπάσει ανεπανόρθωτα. Ακόμα κι αν καταφέρεις να το κολλήσεις, πάντα, κάτι θα λείπει. Θα είναι εκείνο το μικρό, κομματάκι που έχει θρυμματιστεί τόσο πολύ, ώστε δεν αξίζει καν να το αναζητήσεις, οπότε, μοιραία, θα πεταχτεί στο καλάθι των αχρήστων. 
Τότε, ακριβώς, οι άνθρωποι πανικοβάλλονται. Πανικοβάλλονται γιατί καλούνται να αντιμετωπίσουν μια νέα κατάσταση, όπου θα κυριαρχεί το ''χωρίς'' και το ''άνευ''. Χωρίς τον φίλο που έχασες, χωρίς εκείνον που νόμιζες για έρωτα της ζωής σου, χωρίς το συνεργάτη που εμπιστευόσουν.
 Υπάρχουν, όμως κι εκείνοι, οι άλλοι, που γοητεύονται από το άγνωστο, που ξέρουν πως όλα ή σχεδόν όλα σε αυτή τη ζωή, κάποτε, τελειώνουν. Είναι εκείνοι που προσδένονται γερά στη θέση τους, σφίγγουν τα δόντια, τελειώνουν ό,τι δεν πάει άλλο με οποιοδήποτε κόστος και πάνε παρακάτω.
Άλλωστε, κάθε τέλος είναι μια νέα αρχή. 
Εσύ που γκρινιάζεις, μπορεί στην επόμενη στροφή να βρεις ό,τι αναζητάς κι αυτό δεν μπορεί παρά να έχει, μόνο, ένα όνομα ξαφνικός έρωτας Γύρνα το τιμόνι.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Βράδια Σαββάτου

Στα 15, τα Σαββατόβραδα φαντάζουν μαγικά, ιδίως αν δηλώνεις λάτρεις των '80ς και '90ς, οπότε κινδυνεύεις να παρασυρθείς από τον ''Πυρετό το Σαββατόβραδο''  και να το ρίξεις στο χορό ή στο τραγούδι, όπως τόσοι και τόσοι.
Λογικό. Τα Σαββατόβραδα φέρνουν στο μυαλό κάτι από ιεροτελεστία. Συνεπάγονται έξοδο από το σπίτι, ανημοπονησία να δεις εκείνον ή εκείνη που σου έχει πάρει τα μυαλά, φλερτ, ένα φιλί για καληνύχτα. 
Μεγαλώνοντας, η μαγεία χάνεται. Τα Σαββατόβραδα παύουν να έχουν την ίδια αξία. Δεν συνεπάγονται, απαραίτητα, έξοδο από το σπίτι, ούτε φλερτ ή ένα φιλί για καληνύχτα. Ευτυχώς, ο έρωτας δεν χάθηκε, ακόμα, ούτε και θα χαθεί. Το πιστεύω ακράδαντα, παρά τις προσπάθειες κάποιων να μας πείσουν για το αντίθετο. 
Συχνά, όμως, συνεπάγονται μοναξιά ή μοναχικότητα, απογοήτευση και ενίοτε, μελαγχολία. Το παράξενο αυτό συναίσθημα που σε αποπροσανατολίζει και σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είσαι τρελός ή κάπου μέσα σου, ''φυτρώνει'' ακόμα λίγη λογική...
Η ελπίδα πως τα καλύτερα  θα έρθουν, δεν ξέρω πού βρίσκεται κρυμμένη τα Σαββατόβραδα. Φαντάζομαι πως τα πίνει κάπου, σε κάποιο μπαρ ακούγοντας το ίδιο τραγούδι που ακούω κι εγώ τώρα. http://www.youtube.com/watch?v=c8gs3fKJzNU.
Τουλάχιστον, υπάρχει.
 Κάτι είναι κι αυτό.
Συμπέρασμα, η γη γυρνάει ακόμα...

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Μικρές νοθείες

Μπαίνεις στο αυτοκίνητο και αρχίζεις τις σβούρες. Όχι γύρω από τον εαυτό σου, γύρω από εκείνον γυρνάς, έτσι κι αλλιώς, όλη την ώρα. Παίρνεις τους δρόμους και τα στενά (κατά το ''όρη και τα βουνά''), μήπως και έρθεις στα σύγκαλά σου, γιατί δεν μπορεί, λίγο ο γαλάζιος αττικός ουρανός, λίγο το ανοιξιάτικο αεράκι, το θαύμα θα γίνει. Σόρι, αλλά θαύματα δεν γίνονται. Οπότε, μην περιμένεις ούτε να βρεις τον έρωτα της ζωής σου στη στροφή (αν συμβεί, κράτα τον γερά και μην τον αφήσεις να φύγει, no matter what), ούτε να γίνεις δισεκατομμυριούχος, πόσο δε, όταν δεν παίζεις τυχερά παιχνίδια. Αν ήσουν και λίγο καλός στο κεφάλαιο των Πιθανοτήτων στα Μαθηματικά, ξέρεις καλά πως η πιθανότητα να πετύχεις έξι τυχερούς αριθμούς είναι μία στο... Άσε, μην το πω καλύτερα και χαλάσω το όνειρο. 
Και λέω το όνειρο, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμα, ονειρεύονται. Ναι, υπάρχουν και αυτοί και είναι όμορφο. Το καλό με τα όνειρα είναι ότι δεν γνωρίζουν σύνορα. Ονειρεύεσαι πως είσαι στο Παρίσι, κλείνεις τα μάτια και βρίσκεσαι εκεί. Ονειρεύεσαι πως είσαι o Μessi και σκοράρεις στο τέρμα του αντιπάλου, μη σου πω έχεις το πριμ, ήδη, ''ζεστό'' στην τσέπη. Κοινώς, στα όνειρα όλα είναι εύκολα. Φτάνει να έχεις φαντασία, έστω μέτρια. 
Το θέμα είναι η αληθινή ζωή. Αυτή, που θες να ζήσεις αλλά φοβάσαι. Φοβάσαι πως όταν αρχίσεις να απολαμβάνεις, κάτι θα συμβεί και θα γκρεμιστούν όλα. Γιατί, άλλωστε, να μην φοβάσαι; Κάθε σκαλοπάτι που ανεβαίνεις, διαπιστώνεις πως είναι σάπιο. Το σαράκι, το τρώει το ξύλο. Το σαράκι τρώει, όμως και τον άνθρωπο. Οπότε, όσο ανεβαίνεις και τα σκαλοπάτια σπάνε το ένα το άλλο, 'σπας' μαζί τους κι εσύ. 
Κάπως έτσι, ξεχνάς πώς είναι να ονειρεύεσαι κι όταν το κάνεις, αρχίζεις να αισθάνεσαι παράλογος, πως δεν 'πρέπει'. Χώρια, που ο φόβος γιγαντώνεται. 
Κάπως έτσι, χάνεις τις στιγμές και ξεχνάς να ζεις. Γίνεσαι σκιά, επιλέγεις την απομόνωση και στο τέλος, παύεις να σε αναγνωρίζεις κι ο ίδιος. Το είδωλο στον καθρέφτη μοιάζει οικείο, μα δεν είσαι εσύ. Eίναι η στιγμή που αναγνωρίζεις πως έχεις πάψει να ονειρεύεσαι. 
Αξίζει να ζεις χωρίς όνειρα; Αξίζει να αφήνεις τους άλλους να στα γκρεμίζουν κι εσύ να στέκεσαι παραπέρα κλαψουρίζοντας σαν παιδάκι; Θα υψώσεις, τελικά, ανάστημα;
Μα κυρίως, απάντησέ μου, αξίζει το όνειρο δίχως μικρές νοθείες...
Όχι, δεν αξίζει.

ΥΓ. Όταν βγεις από το όνειρο (μην το πω ''ξυπνήσεις'' και ακουστεί λάθος), θυμήσου να αρχίσεις να ζεις. Θυμήσου να αρχίσεις να ονειρεύεσαι. Θυμήσου να πετάξεις ό,τι περισσεύει. Ανάλαφρος, ταξιδεύεις καλύτερα.

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Mindland, Γιώργος Γιαντάς

Toν αγαπημένο συγγραφέα και καλό φίλο,  Γιώργο Γιαντά, τον γνωρίσαμε μέσα από το καταπληκτικό έργο του, Ως την τελευταία πνοή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη. Ένα βιβλίο που μας μεταφέρει στα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής και παρουσιάζει με τρόπο αντικειμενικό και ιδιαίτερα, μοναδικό (ναι-δεν θα βαρεθώ να το λέω- δηλώνω μεγάλη θαυμάστρια) τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταστροφή της Σμύρνης.
Στο νέο του πόνημα, ο Γιώργος Γιαντάς, επιλέγει να μας ταξιδέψει στο μέλλον και να μας παρουσιάσει τον φανταστικό κόσμο της Mindland. Έναν κόσμο όπου κυριαρχεί η τεχνολογία, έναν κόσμο στον οποίο, ελπίζω, πως δεν θα χρειαστεί, ποτέ, να ζήσω. Ο κόσμος της Mindland είναι καθαρά εικονικός,  κάτι που σημαίνει πως η ζωή, με τη μορφή που τη γνωρίζουμε, δεν υφίσταται. Γεύσεις, αρώματα και χρώματα έχουν καταργηθεί και οτιδήποτε όμορφο, δεν μπορεί να το αγγίξει το ανθρώπινο χέρι. Οι άνθρωποι της Mindland ζουν, ουσιαστικά, τα πάντα όπως κάποιος που παίζει ένα εξελιγμένο ηλεκτρονικό παιχνίδι. Ερωτεύονται εξ αποστάσεως, βλέπουν τη θάλασσα από ''μακριά'' και κάνουν βόλτες σε έναν κόσμο- διέξοδο που οι ίδιοι έφτιαξαν, μήπως και αντιληφθούν τι σημαίνει 'πραγματική ζωή'.
Ο συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο, που παρότι μοιάζει μακρινός τη δεδομένη στιγμή, θα μπορούσε να γίνει αληθινός, μπροστά στην πραγμάτωση ενός πυρηνικού πολέμου. Το βιβλίο μου άρεσε γιατί θίγει αρκετά κοινωνικά θέματα, με ιδιαίτερη έμφαση στη φιλία, αλλά και γιατί τονίζει τα κακώς κείμενα της πραγματικότητας που βιώνουμε με πολύ εύστοχο τρόπο. Η δημιουργία της Mindland ευρηματική, όπως και η θεματολογία. Μπράβο στον Γιώργο Γιαντά που τόλμησε να δημιουργήσει το διαφορετικό!

Mindland, Γιώργος Γιαντάς
Εκδ. Λιβάνη

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Τσικνοπέμπτη ξανά

Kάθε χρόνο τα ίδια: πού θα φάμε, πού θα πιούμε -στο σπίτι, στον φίλο ή στον κουμπάρο-πώς θα τσικνήσουμε αν βρέχει. Είπαμε, η επαναλήψη είναι η μητέρα της μαθήσεως, αλλά σαν λαός, σε ορισμένα θέματα, το έχουμε παρακάνει. Εννοείται πως όχι επειδή θέλουμε να σωθεί η πολιτιστική μας παραδόση. Εννοείται, πως όχι επειδή γνωρίζουμε την καταγωγή κάθε εθίμου και επιθυμούμε την διατήρησή του, γιατί σαν γνήσιοι πατριώτες αντιλαμβανόμαστε τη σημασία της κληρονομιάς μας.
Φέτος, όμως, τα δεδομένα άλλαξαν. Τα κεφάλια μπήκαν μέσα και κανείς δεν μιλάει για τσίκνισμα, παρά, μόνο, περιπαιχτικά. Κυρίως, για να τονίσει τις άσχημες μέρες που βιώνουμε, πως ο μισθός δεν φτάνει για να αγοραστεί η προβατίνα ή για να διοργανώσουμε άλλη μία από εκείνες τις περιβότητες φιέστες, στις οποίες καλούσαμε όλη τη γειτονιά. Ναι, εκείνες τις συναθροίσεις, όπου η χοληστερίνη έρεε άφθονη, σαν φτηνή μπύρα και θέλαμε, μετά, μια βδομάδα να ξεφουσκώσαμε. 
Θα μου πεις, χαίρεσαι με τη φτώχεια μας; Όχι, δεν χαίρομαι με τη φτώχεια μας. Σκέφτομαι, μόνο, πως αν, και όταν, βγούμε από όλην αυτήν την κατάσταση, ίσως, κάποιοι, γυρίσουμε τα κεφάλια πίσω και δούμε πόσο υπερφίαλοι έχουμε υπάρξει. 
Αλήθεια, τι άλλο είσαι, αν όχι υπερφίαλος, όταν μετράς την ευτυχία σου σε παϊδάκια και προβατίνες;

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Τικ-τακ

Ναι, μετράει ο χρόνος, βαρύς και μόνος,  όπως υποστηρίζει ο Βασιλάκης. Το χειρότερο δεν είναι ότι ο χρόνος περνάει, το χειρότερο είναι να μην έχεις κανένα να μοιραστείς τις σκέψεις σου και να νιώθεις τη μοναξιά να βαραίνει στους ώμους σου. Θα μου πεις, μοναξιά σε μια πόλη με εκατομμύρια κατοίκους; Ναι, μοναξιά σε πολλές τέτοιες πόλεις. 
Έχεις νιώσει, ποτέ, μόνος, ενώ, περιτριγυρίζεσαι από δεκάδες ανθρώπους; Έχεις νιώσει πως θέλεις να χαθείς στη απεραντοσύνη του ουρανού, ανάμεσα σε δεκάδες αστέρια, μήπως και αποτινάξεις από πάνω σου την απογοήτευση;  Έχεις αισθανθεί τους τοίχους να σε συνθλίβουν, όπως σε εκείνες τις ταινίες περιπέτειας; 
Έλα, χαμογέλα λίγο, ο ήρωάς τους, πάντοτε, δραπέτευε. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν ήταν, ποτέ, μόνος. Το πίστευε, αλλά δεν ίσχυε. Την κατάλληλη στιγμή, εμφανιζόταν εκείνος/εκείνη που τον έσωζε. Το παν, δηλαδή, ήταν το μοίρασμα. Πώς  κάποιος, κάπου, κάποτε, ξέρει πού βρίσκεσαι, πώς νιώθεις, τι σκέφτεσαι, κ.λπ. κ.λπ. Αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει να του ανοίξεις την καρδιά σου. 
Με κλειστά παραθυρόφυλλα, ο ήλιος δεν θα μπει ποτέ, όσο κι αν προσπαθεί να σε συναντήσει μέσα από τις γρίλιες.

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Houston, we have a problem

Ο Νηλ Άρμοστρονγκ, πατώντας στο φεγγάρι, είπε: ''Ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο βήμα για την ανθρωπότητα'' και πέρασε στην αιωνιότητα. Όχι, φυσικά, για τη φράση, αλλά γιατί τόλμησε το ακατόρθωτο. Εκείνο που φάνταζε αδύνατο και κατ' εμέ, ακόμα φαντάζει, αλλά δεν είναι ώρα για την εξιστόρηση συνωμοσιών και άλλων παραμυθιών. 
Το θέμα είναι ότι τόλμησε, κάνοντας ένα όνειρο πραγματικότητα. Ποιος, άλλωστε, δεν έχει φανταστεί ένα ταξίδια στα αστέρια; Όχι απαραίτητα σαν αστροναύτης, αλλά σαν ταξιδιώτης που περιπλανιέται στους γαλαξίες. Και πριν βιαστείτε να απαντήσετε αρνητικά, σπεύδω να σας θυμίσω τις δεκάδες ταινίες και τα δεκάδες βιβλία με ανάλογη θεματική, που μεταξύ άλλων, έχουν κάνει πάταγο.
Στα δικά μου όνειρα, ο ουρανός είχε, πάντοτε, πρωταρχική σημασία. Δεν είναι τυχαίο που σαν παιδί είχα δύο μεγάλες φιλοδοξίες: να γίνω αρχαιολόγος ή αστρονόμος. Δεν ασχολήθηκα με κανένα από τα δύο, αλλά βρήκα τρόπο να πετάω στα αστέρια, γράφοντας...
Όπως είπε και μια φίλη πρόσφατα, το θέμα δεν είναι, απλώς, να ονειρεύεσαι. Το θέμα είναι να τολμάς, διαφορετικά θα μείνεις για πάντα στα όνειρα και ο ύπνος (και μόνο αυτός) θα σε κρατάει για πάντα αγκαλιά. Οπότε, κάνε εσύ το επόμενο βήμα, σαν άλλος Νηλ Άρμοστρονγκ (πάψε να περιμένεις μόνο από τους άλλους)  και παρά το τίμημα, άνοιξε φτερά και πέτα. Τα όνειρα, όπως και καθετί σπουδαίο στη ζωή, απαιτεί κόπο. 
Εσύ, θα μείνεις, για πάντα, στη γη;