Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

Το ποτάμι



Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό, ένα χωριό χτισμένο σε ένα ύψωμα ν’ αγναντεύει τον κάμπο. Οι κάτοικοί του δούλευαν όλη μέρα στα χωράφια. Τα χέρια τους γέμιζαν ρόζους από το φτυάρι και τον κασμά, αλλά δεν τους ένοιαζε. Ένιωθαν ευτυχία σαν έβλεπαν τους κόπους μιας ολόκληρης χρονιάς να ανταμείβονται. Ένιωθαν ευτυχία βλέποντας το στάρι να χρυσίζει στο φως του ήλιου, σημάδι πως η προσπάθειά τους είχε καρποφορήσει, όπως και ο σπόρος. Χαμογελούσαν τα κουρασμένα μάτια των γερόντων όταν έβλεπαν το καλαμπόκι να θεριεύει, έτοιμο να δώσει τα προϊόντα του και ένιωθαν ευγνωμοσύνη απέναντι στο ποτάμι.
Το ποτάμι που κρυβόταν από τα μάτια των περαστικών πίσω από τα μεγάλα δέντρα. Το φανέρωνε, όμως, το σφύριγμά του κάτι νύχτες που και τα αστέρια ακόμα επέλεγαν να σιγήσουν μπροστά στην τόση ομορφιά του. Η σελήνη, το επέλεγε για να λούσει στα νερά του τα όμορφα, ασημένια μαλλιά της και ο αέρας λάτρευε να τσαλαβουτάει σε αυτά την πνοή του.
Οι χωρικοί ήξεραν πως χρωστούσαν την ευημερία τους στο ποτάμι και δεν έπρεπε να το θυμώνουν. Γνώριζαν τη δύναμή του. Άλλωστε, την επιδείκνυε με κάθε τρόπο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μετά το λιώσιμο των πάγων από τον βορά, τα νερά του, ορμητικά σαν χείμαρροι, έφταναν μέχρι τις αυλές των σπιτιών καταστρέφοντας ό,τι έβρισκαν στο πέρασμά τους.
Κάπως έτσι, κυλούσαν οι μέρες στο χωριό. Άλλοτε, γεμάτες χαρά και άλλοτε, με δυσκολίες και βάσανα. Οι εποχές διαδέχονταν η μία την άλλη. Από την άνοιξη στη λαύρα του καλοκαιριού και από εκεί, στη μελαγχολία του φθινοπώρου και στον παγωμένο χειμώνα που έκανε τους κατοίκους να αμπαρώνονται στα σπίτια περιμένοντας με ανυπομονησία το χελιδόνισμα και τον ερχομό των πελαργών. Τότε και μόνο τότε, καταλάβαιναν όλοι πως ο χρόνος ισορροπούσε απόλυτα, χωρίς να αποκλίνει, έστω και λίγο, από την πορεία του.
Τα πουλιά και συγκεκριμένα οι πελαργοί, ήταν σημάδι καλοτυχίας. Κουβαλούσαν μαζί τους το καλοκαίρι και την ευτυχία, όπως πίστευαν οι ντόπιοι. Σκαρφάλωναν στις κολώνες και έφτιαχναν τις φωλιές τους για να φέρουν στον κόσμο τη νέα ζωή. Κάπου-κάπου, ιδίως τα μεσημέρια που η ζέστη έκανε τον τόπο να βράζει, οι πελαργοί άφηναν το δικό της ιδιαίτερο τραγούδι να ταξιδέψει στον αέρα. Χτυπούσαν τα ράμφη τους με τον δικό τους χαρακτηριστικό τρόπο και η ηχώ τους ταξίδευε μέχρι το ποτάμι.
Ο Δημητρός κατέβηκε στον κάμπο, έτοιμος να ξεκινήσει δουλειά. Το κάρο του το έσερναν οι νέες αγελάδες που είχε αγοράσει πρόσφατα από το παζάρι. Ήταν περήφανος για το απόκτημά του. Άλλωστε, ήταν η καλύτερη επένδυση που μπορούσε να κάνει με τα χρήματα που είχε κερδίσει την προηγούμενη χρονιά. Τα μποστάνια του, όπως και τα χωράφια με τα τεύτλα είχαν δώσει την καλύτερη παραγωγή των τελευταίων χρόνων και όλοι είχαν να λένε για τον λεβέντη τον Δημητρό.
Ένα βράδυ, κατέβηκε σε νυχτέρι. Η νέα σπορά είχε πέσει στη γη και διψούσε για νερό. Έπρεπε να ποτίζει μέρα-νύχτα αν ήθελε να δει τον καρπό να βλασταίνει. Ζεύτηκε το ταγάρι του, αποχαιρέτησε τη μάνα του και κατηφόρισε προς τον κάμπο. Τα ζώα έδειχναν εκνευρισμένα, αφού η ζέστη εκείνο το βράδυ ήταν αφόρητη. Ο Δημητρός, όμως, συνέχιζε απτόητος. Ήταν ενθουσιασμένος. Η νέα σπορά είχε μυσταγωγικό χαρακτήρα για εκείνον.
Τα χωράφια του ήταν κοντά στο ποτάμι. Το θεωρούσε ευλογία, σημάδι της τύχης. Τις νύχτες στον κάμπο, η φωνή του γκιώνη που αναζητούσε τον αδελφό του, κατά τον μύθο, ήταν η μόνη του συντροφιά. Ήξερε πως η ασχολία του θα διαρκούσε ένα δίωρο, αλλά δεν τον ένοιαζε. Οι αγελάδες του ξαπόσταιναν κάτω από το καλοκαιρινό φεγγάρι κι εκείνος, ανενόχλητος, απολάμβανε τη μαγεία της νυχτερινής εργασίας του χαζεύοντας πότε-πότε τις πυγολαμπίδες που είχαν στήσει χορό.
Σαν τελείωσε, ξάπλωσε πάνω στο χόρτο και ατένισε τον έναστρο ουρανό. Την αγαπούσε τη φύση ο Δημητρός, όπως και όλοι οι άνθρωποι της υπαίθρου. Είχε καταλάβει πόσο πολύτιμη ήταν και εκτιμούσε όσα, απλόχερα, τους χάριζε. Κάποια στιγμή, του φάνηκε πως άκουσε πατήματα και το ανασάλεμα των νερών. Κάποιος ήταν στο ποτάμι. Περίεργος, σηκώθηκε να δει. Πλησίασε αργά, χωρίς να φοβάται. Άλλωστε, στο χωριό δεν υπήρχε τίποτα να φοβηθείς. Όλοι ήταν γνωστοί μεταξύ τους, γνωρίζονταν από γεννησιμιού τους και λίγο-πολύ, ήξεραν ο ένας τα μυστικά του άλλου. Ποια μυστικά, δηλαδή…
Έκθαμβος, είδε μια νέα γυναίκα να βγαίνει από το ποτάμι. Ήταν όμορφη, το πιο όμορφο πλάσμα που είχε αντικρίσει ποτέ. Τα μαλλιά της, ασημένια όπως το φεγγάρι, έφταναν μέχρι τους γοφούς της. Ήταν λεπτή, με όμορφη μέση και χείλη κατακόκκινα σαν τα ρόδα του Μαγιού. Γύρω της,  ένα διάφανο πέπλο που την τύλιγε σαν πρωινή αχλή. Έμοιαζε με όνειρο. Αν η ομορφιά είχε όνομα, θα ήταν το δικό της.
Η κοπέλα βγήκε από το νερό, τίναξε τα μαλλιά της και το λευκό φόρεμα που φορούσε κόλλησε στο δέρμα της, αλλά δεν την ένοιαξε. Έπειτα, κάθισε κάτω από ένα δέντρο και άρχισε να τραγουδάει. Για μια στιγμή, το ποτάμι φούσκωσε, θαρρείς από καμάρι για την κόρη και ακούστηκε ένα έντονο βουητό που έκανε τα πόδια του Δημητρού να λυγίσουν. Τα νερά του ποταμού αναδεύτηκαν για λίγο και μετά, σώπασαν.
Ο Δημητρός δεν ήταν χαζός. Κατάλαβε πως είχε μπροστά του την ξωθιά του ποταμού. Είχε ακούσει δεκάδες ιστορίες για τις ξωθιές των ποταμών, αλλά τις θεωρούσε παραμύθια. Κατάλαβε πως έπρεπε να φύγει, προτού τον καταλάβει η ξωθιά και θυμώσει μαζί του, αλλά τα πόδια του είχαν κολλήσει στη γη και τα μάτια του πάνω της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, σε ένα ρυθμό που όμοιό του δεν είχε αισθανθεί ξανά.
Ξάφνου, η ξωθιά γύρισε και τον κοίταξε. Ανάμεσα στα δέντρα, τα μάτια της εντόπισαν τα δικά του. Είδε την ντροπή να χορεύει στο βλέμμα της. Κάποιος την είχε εντοπίσει. Ο Δημητρός αισθάνθηκε τον κίνδυνο, αλλά δεν έφυγε. Η ξωθιά συνέχισε, μα δεν ήταν η όμορφη νέα που είχε πρωτοδεί. Ένα πλάσμα γερασμένο πήρε τη θέση της, μέχρι που χάθηκε.
Ο Δημητρός έφυγε τρέχοντας. Πήγε στα ζώα του και οδήγησε το κάρο πίσω στο χωριό. Η καρδιά του εξακολουθούσε να χτυπά, αλλά αυτή τη φορά από φόβο. Κάτι είχε συμβεί στην ξωθιά και υπεύθυνος ήταν εκείνος.
Γύρισε στο σπίτι και κλειδώθηκε στο δωμάτιό του, μην τυχόν και έβλεπε η μάνα τα μάτια του τα φλογισμένα. Το επόμενο πρωινό δεν βγήκε στα χωράφια να ποτίσει. Ούτε φυσικά το βράδυ. Το ίδιο και την επόμενη μέρα. Άδικα, τον παρακαλούσε η μάνα του. Τίποτα εκείνος.
Τρεις μέρες μετά, αποφάσισε να ξεμυτίσει. Ήταν άυπνος, κουρασμένος και γεμάτος ενοχές, σίγουρος πως είχε κάνει κακό στην ξωθιά. Πήγε στο καφενείο του χωριού, εκεί όπου μαζεύονταν όλοι οι άνδρες.
Τα νέα πως κάτι συνέβαινε στον Δημητρό είχαν ήδη κυκλοφορήσει και όλοι ήταν περίεργοι να μάθουν τι είχε, ή σχεδόν, όλοι… Ο Δημητρός, όμως, δεν είπε λέξη, μέχρι που τον πλησίασε ο Πασχάλης, ο πλακατζής του χωριού.
«Μπας, ρε Δημητρό, και είδες τίποτα φαντάσματα, εκεί στον κάμπο;» τον ρώτησε γελώντας πονηρά.
Ο Δημητρός ανασήκωσε το κεφάλι ξαφνιασμένος. Μωρέ, πώς στο καλό ήξερε ετούτος το μυστικό του; Ο Πασχάλης έβαλε τα γέλια, για να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι θαμώνες.
«Πλάκα σου κάναμε, μωρέ, Δημητρό. Εμείς ήμασταν. Θυμάσαι μια βδομάδα πριν που λέγαμε εδώ στο καφενείο ιστορίες για νεράιδες και πλάσματα; Εσύ γελούσες και έλεγες πως δεν υπάρχουν».
Ναι, το θυμόταν. Δεν πήγαινε μία βδομάδα. Ήταν έντονη η συζήτηση και είχε διαφωνήσει με δύο γέροντες που έλεγαν φανταστικές ιστορίες. Ο Δημητρός ήταν από τους λίγους που είχε προχωρήσει στο σχολειό και ήξερε καλά πως οι μύθοι ήταν μέρος της ανθρώπινης φαντασίας.
«Να, θέλαμε να σου αποδείξουμε πως κάνεις λάθος. Να φοβηθείς, μωρέ, λιγάκι. Να σε ταρακουνήσουμε. Ντύσαμε τον Μπάμπη γυναίκα, του δώσαμε να κρατά στα χέρια δυο κεριά και τον στείλαμε στο ποτάμι να σε τρομάξει. Μια χαρά τα κατάφερε!» συνέχισε ο Πασχάλης γελώντας.
«Όχι» απάντησε με πείσμα ο Δημητρός. «Εγώ ξέρω τι είδα» φώναξε χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. «Όμως, η ξωθιά του ποταμού πέθαινε» συνέχισε προκαλώντας περισσότερα γέλια.
«Πάει, αποτρελάθηκες κι εσύ, ο σπουδαγμένος» του φώναξε ένας άλλος. Ο Δημητρός έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Τι ήταν αυτά που του έλεγαν; Αυτός ήταν σίγουρος πως είχε συναντήσει την ξωθιά του ποταμού. Έζεψε το μοναδικό άλογο που είχαν στον στάβλο τους και έφυγε καλπάζοντας για το ποτάμι.
Το φεγγάρι ήταν στη γέμισή του. Ο κάμπος ήταν λουσμένος στο φως και τα πλάσματα του τόπου έμοιαζαν εκστασιασμένα από την υπέροχη ετούτη νύχτα. Κουκουβάγιες, νυχτερίδες αλλά και μια αλεπού έκαναν τη νυχτερινή τους βόλτα στα χωράφια.
Πήγε στο ποτάμι. Πλησίασε στο δέντρο, εκεί όπου είχε δει την ξωθιά. Το ποτάμι κυλούσε ήρεμο. Πότε-πότε, κάνα νερόφιδο έβγαζε το κεφαλάκι του στην επιφάνεια και μετά, χανόταν ξανά. Απελπισία είχε αρχίσει να κυριεύει τον Δημητρό. Να ήταν όλα ένα αστείο; Ένα κακόγουστο αστείο; Δεν μπορεί… Και τότε, ανάμεσα στα κλαδιά του δέντρου, είδε ένα λευκό φόρεμα. Τόσο λεπτό που έμοιαζε διάφανο. Ήταν της ξωθιάς, το αναγνώρισε με τη μία. Δεν ήταν τρελός, να η απόδειξη που ζητούσε. Θα το έπαιρνε να το δείξει και στους άλλους. Κίνησε να φύγει, όταν άκουσε ξανά  θόρυβο. Γύρισε και είδε την ξωθιά να μπαίνει στα νερά του ποταμού και να βυθίζεται μέχρι που χάθηκε από μπροστά του.
Το κεφάλι του άρχισε να βουίζει. Τι σόι παιχνίδι ήταν αυτό που του έπαιζε η φαντασία του; Κοίταξε τα χέρια του. Το φόρεμα είχε χαθεί. Άρχισε να φωνάζει και να κλωτσάει ό,τι έβρισκε μπροστά του. Τέτοιαν οργή η ψυχή του δεν είχε αισθανθεί ποτέ. Αχ και να τους έπιανε όλους στα χέρια του που τόλμησαν να παίξουν μαζί του! Τότε, συνέβη κάτι που τον άφησε άλαλο. Η ξωθιά εμφανίστηκε μπροστά του. Τι πλάσμα μαγικό ήταν ετούτο. Έσκυψε και τον φίλησε στα χείλη. Μετά, χάθηκε για πάντα.
Ο Δημητρός, σαν υπνωτισμένος, πήγε ξανά στο άλογό του και γύρισε στο χωριό. Σαν τον είδαν να επιστρέφει, πρώτος ο Πασχάλης έτρεξε κοντά του να του ζητήσει συγγνώμη για το κακόγουστο αστείο του. Ο Δημητρός έκανε κάτι να πει, αλλά φωνή δεν έβγαινε από το λαρύγγι του. Προσπάθησε ξανά, τίποτα. Κατάλαβε. Η ξωθιά του είχε πάρει τη λαλιά. Σε μια στιγμή, το βλέμμα του κόλλησε στο πουθενά. Οι άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Κατάλαβαν πως ο Δημητρός τρελάθηκε.
Κάθε πανσέληνο, ο Δημητρός κατεβαίνει στο ποτάμι, μήπως και συναντήσει την ξωθιά που του πήρε τη φωνή. Τον υπόλοιπο καιρό, βγάζει άναρθρους ήχους, προσπαθεί να διηγηθεί την ιστορία του, αλλά όλοι ξέρουν πως ο Δημητρός απόκαμε εκείνο το βράδυ και σκύβουν το κεφάλι ενοχικά. Τον λένε τρελό. Είναι ο τρελός του χωριού. Εκείνος, όμως, κάθε πανσέληνο χαμογελά και ξέρει. Θα την πιάσει την ξωθιά, πού θα του πάει…


ΥΓ. Κάθε τόπος είναι ''ντυμένος' με τους μύθους και τις ιστορίες που διηγούνται οι γεροντότεροι. Οι ιστορίες με μυθικά πλάσματα είναι ίσως από τις πιο αγαπημένες. Άλλωστε, οι άνθρωποι θεωρούν αλλόκοτο ό,τι δεν μπορούν να εξηγήσουν...


Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Goodbye summer

Bράδυ Κυριακής, ''σουλατσάρω'' στην αρχική μου σελίδα στο Facebook. Δεκάδες αναρτήσεις για το καλοκαίρι που φεύγει, για την τελευταία Κυριακή του Αυγούστου. Αισθάνομαι πως διαβάζω τον επικήδειο του φετινού καλοκαιριού, ο οποίος- τι σύμπτωση- είναι ακριβώς ίδιος με του περσινού.
Προσωπικά, ανήκω  στους γκρινιάρηδες του καλοκαιριού. Δεν το συμπαθώ ιδιαίτερα, μάλλον δεν το συμπάθησα ποτέ. Με κουράζουν οι μεγάλες μέρες, αυτές που ξεκινούν πολύ νωρίς το πρωί και φτάνει εννιά + για να τελειώσουν, επιτέλους. Άλλωστε, σε τι διαφέρει το καλοκαίρι από τον χειμώνα, αφού οι διακοπές σου δεν γίνεται να διαρκέσουν περισσότερο από μία βδομάδα; Μία βδομάδα και αυτό εφόσον είσαι αρκετά τυχερός, πια.
Πέρα από την προοπτική της άδειας που σου προσφέρει το καλοκαίρι μετά από έναν ολόκληρο κοπιαστικό χειμώνα, σου προσφέρει στιγμές. Από όποιαν οπτική γωνία και αν το δεις, το καλοκαίρι είναι στιγμές. Είναι το μπάνιο σε κάποια από τις εκατοντάδες πανέμορφες ελληνικές ακρογιαλιές, είναι ο καφές σε κάποια ξαπλώστρα και η αίσθηση πως κάποιος άλλος φροντίζει για σένα (ακόμα κι αν αυτόν τον καφέ τον πληρώνεις για χρυσάφι), είναι τα μικρά, υπαίθρια καφέ, οι βόλτες στην άδεια πόλη και η εύκολη πρόσβαση σε όποια γωνιά της θελήσεις, είναι η αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας μακριά από όλους και όλα, λες και αυτόματα παραγράφονται οι υποχρεώσεις (σαν αδίκημα ένα, ένα πράγμα, μετά το πέρας της πενταετίας) και αποκτάς μόνο δικαιώματα. Βασικά, ένα δικαίωμα: το να αισθανθείς για λίγες στιγμές ένας μικρός Κροίσος.
Στην Ελλάδα, υπάρχουν πολλοί εργαζόμενοι που παίρνουν άδεια μόνο το καλοκαίρι. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς να πληρώνονται τις υπερωρίες και χωρίς να παίρνουν ρεπό. Είναι λογικό, λοιπόν, να περιμένουν το καλοκαίρι με ανυπομονησία. Από αύριο - οι πιο τυχεροί από την επόμενη βδομάδα- όλοι επιστρέφουμε στη γνωστή καθημερινότητά μας, εκείνη που ορίζει πως άδεια, ξανά, του χρόνου... Αυτό για όσους επιμένουν να υποστηρίζουν πως είμαστε ένας τεμπέλης λαός. 
Ευτυχώς, το παρήγορο στην όλη ιστορία είναι πως ως Έλληνες ξέρουμε να φτιάχνουμε στιγμές και να τις απολαμβάνουμε υπό όλες τις συνθήκες...

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Μαθήματα Ανθρώπων

Παρασκευή πρωί, βολτάρω στην τοπική αγορά. Δεν θέλω να ψωνίσω. Πώς άλλωστε να ψωνίσεις με την τσέπη άδεια ή με την τσέπη να προορίζεται μόνο για τα απαραίτητα της καθημερινότητας; Παρόλα αυτά, μπαίνω σε ένα από τα μαγαζιά όπου συνηθίζω (ή μήπως συνήθιζα) να ψωνίζω για να χαζέψω- να περάσω την ώρα μου. 
Πρόκειται για μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση, την οποία δουλεύει ένα ζευγάρι και η κόρη τους, ένα κορίτσι συνομήλικό  μου που πάσχει από σύνδρομο Down. Κάποιοι από τους πελάτες εκπλήσσονται βλέποντάς την να τους πλησιάζει για να τους εξυπηρετήσει. Έχω δει την αμηχανία στα πρόσωπα κάποιων, η οποία μεγαλώνει καθώς τη βλέπουν να κινείται με άνεση στο κατάστημα και να τους εξυπηρετεί με απίστευτη ευγένεια, αλλά και με τη διάθεση να πει τη γνώμη της για το αν το ρούχο τους ταιριάζει ή όχι. Η ειλικρίνειά της, ομολογώ πως με εκπλήσσει πολλές φορές. Το ίδιο και των γονιών της, παρότι ξέρουν πως μια αρνητική γνώμη σημαίνει πως δεν θα πουλήσουν.
Τα ρούχα που βρίσκονται κρεμασμένα στις κρεμάστές τους ποικίλουν, όσον αφορά στην ποιότητα. Από μέτρια μέχρι εξαιρετικά. Το κοινό όλων, όμως, είναι οι τιμές τους: χαμηλές, αντικειμενικά χαμηλές. Ξέρεις, από εκείνες που σε προκαλούν ανοιχτά όταν βρεις κάτι που σου αρέσει πολύ.
 Έτσι, την πάτησα κι εγώ. Είδα όχι ένα, δύο κομμάτια που μου άρεσαν πολύ (και μην ακούσω κουβέντα για τη γυναικεία φιλάρεσκη φύση). Οι τιμές τους κάτι περισσότερο από καλές. Με προκαλούσαν ανοιχτά να τα αγοράσω. Με τα πολλά, αποφάσισα να αγοράσω μόνο το ένα. Πηγαίνοντας στο ταμείο, είδα ένα βραχιόλι που μου άρεσε εξίσου, αλλά είπα όχι, θα αντισταθώ. Ο ιδιοκτήτης μου χαμογέλασε, μου έκοψε απόδειξη και με χαιρέτησε. 
Βέβαια, λίγα μέτρα μακριά, αποφάσισα ότι θέλω και το δεύτερο κομμάτι, οπότε γύρισα να το πάρω. Μπαίνοντας στο μαγαζί, ο ιδιοκτήτης μου χαμογέλασε, έβαλε το δεύτερο ρούχο στην τσάντα, μου έκοψε ξανά απόδειξη και μου έβαλε δώρο στη σακούλα το βραχιόλι που είχα δει. 
Συμπέρασμα Νο1: οι μικροί επαγγελματίες μπορούν και κάνουν τη διαφορά. Οφείλουμε να τους στηρίζουμε, αντί να συντελούμε στο κλείσιμό τους με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Συμπέρασμα Νο2: όλα έχουν να κάνουν με την ποιότητα του ανθρώπου και τον τρόπο που βλέπει τη ζωή ή αντίστοιχα, τον πελάτη.
Συμπέρασμα Νο3: αν η κοπέλα δεν είχε την τύχη να έχεις γονείς τους ιδιοκτήτες, δύσκολα θα έβρισκε δουλειά, ενώ αποδεικνύει σε καθημερινή βάση πως είναι ισάξιο μέλος της κοινωνίας μας και ως τέτοιο πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. 
Συμπέρασμα Νο4: μπορεί να επέστρεψα σπίτι μου με 20 ευρώ λιγότερα, όμως παραδέχομαι πως πέρα από την ευθυμία που προκαλεί η αγορά του καινούριου, αισθάνθηκα πληρότητα και ελπίδα. 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή μέσα από τα μάτια της Κλειούς Τσαλαπάτη

Η συνέχεια του πρώτου βιβλίου "Το Μυστικό Των Αλόγων" με ενθουσίασε και δε μου επέτρεψε να το αφήσω από τα χέρια μου παρά μόνο όταν το τελείωσα. Μέσα σε δύο μέρες, ρεκόρ για μένα!
Ένα βιβλίο υπέροχο, με μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον, από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα!
Η ηρωΐδα του πρώτου βιβλίου, η Άννα, έχει πλέον μεγαλώσει και αποφασίζει να δώσει τα ηνία του ιπποφορβείου της σε νέους ιδιοκτήτες. Η νέα οικογένεια όμως που έρχεται να αναλάβει την επιχείρηση και το αρχοντικό της Άννας κρύβει πολλά μυστικά.
Η συγγραφέας μας ξεναγεί με μαεστρία στον κόσμο και τον ψυχισμό των ηρώων της, αποκαλύπτοντάς μας λίγο λίγο τα διάφορα κομμάτια ενός παζλ, που συνθέτει η ζωή τους. Το υπερφυσικό στοιχείο είναι και εδώ έντονο και μας μεταφέρει σε έναν κόσμο πνευμάτων που συνδέεται άμεσα με τον κόσμο των ζωντανών.
Ανθρώπινα πάθη, έρωτες απαγορευμένοι, μίση για αυτό που θέλουμε αλλά δε μπορούμε να έχουμε, αδικίες και εγκλήματα απέναντι σε αθώους, απογοήτευση και πίκρα για όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, τραυματικές εμπειρίες που δεν επιτρέπουν σε θύμησες να γίνουν αντιληπτές και τέλος η δικαίωση που έρχεται να βάλει τα πράγματα στη θέση τους και να αποδώσει, έστω και καθυστερημένα την πολυπόθητη λύτρωση. 
Συγχαρητήρια στη Νατάσα για το νέο υπέροχο βιβλίο της!

Το μυστικό των αλόγων, μέσα από τα μάτια της Κλειούς Τσαλαπάτη

Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της Νατάσας που διαβάζω. Ενώ το είχα για αρκετό καιρό στη βιβλιοθήκη μου, για κάποιο λόγο δεν αποφάσιζα να το διαβάσω. Όταν πια πήρα στα χέρια μου και τη συνέχειά του, "Το Μυστικό Των Αλόγων-Η Επιστροφή", το αποφάσισα. Τώρα ξέρω γιατί το καθυστερούσα... Γιατί όταν θα τελείωνα το πρώτο θα ήθελα απεγνωσμένα να διαβάσω τη συνέχειά του!
Υπέροχο βιβλίο. Μου κράτησε το ενδιαφέρον αμείωτο από την πρώτη σελίδα μέχρι και την τελευταία. Ζωντανοί χαρακτήρες που μπλέκονται μεταξύ τους σε μια πλοκή που δε μπορείς εύκολα να μαντέψεις. Οι ζωές όλων τους άρρηκτα δεμένες και οι αποφάσεις και οι πράξεις του ενός επηρεάζουν στο μέγιστο βαθμό την πορεία της ζωής του άλλου.
Ένα μυστήριο που προσπαθεί η ηρωΐδα μας να αποκαλύψει. Ένα μίσος που καταλήγει να γίνει αγάπη. Ένας άδικος χαμός ενός ανθρώπου, που παρεξηγήθηκε και παρερμηνεύτηκε από πολλούς. Ένα μυστικό που κρατούν σφραγισμένο μέσα τους έντεκα άλογα και που όταν θα αποκαλυφθεί θα αλλάξει τη ζωή όλων. Η δικαίωση κάποιων ανθρώπων που, ακόμα κι αν δε ζούνε, το πνεύμα τους, η ψυχή τους την επιζητά για ησυχάσει. Μέσα σε όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχει πάντα παρούσα και κυρίαρχη η αγάπη. Άλλοτε η όμορφη αγάπη-λυτρωτής και άλλοτε η βασανιστική αγάπη-τιμωρός.
Συγχαρητήρια Νατάσα μου για το πανέμορφο πρώτο σου μυθιστόρημα!
Φίλοι μου σας το προτείνω ανεπιφύλακτα! Μετά, να είστε σίγουροι, θα αναζητήσετε και τη συνέχειά του!

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Το μυστικό των αλόγων/Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή μέσα από τα μάτια της Βούλας Αθανασιάδου

Κάπου έξω από την Θεσσαλονίκη, εκεί αποφάσισα να τοποθετήσω τον χώρο και τον χρόνο που αφιέρωσα διαβάζοντας την διλογία της Νατάσας Γκουζικίδου. Μάλλον τυχεροί όσοι δεν έχουν διαβάσει κανένα από τα δύο, αφού τους δίνεται μια μοναδική ευκαιρία, να ταξιδέψουν ένα ταξίδι, μοναξιάς, μίσους, αγάπης, και έρωτα, ενός έρωτα που τελικά νικάει κάθε σκοτάδι, από την τρυφερή ψυχή της Άννας, και την μοναδική , την γλυκειά Νεφέλη. Τον Εκτορα και τον Μάριο. Δύο άντρες σταθμός, για τα βιβλία . Το ιπποφορβείο, να φαντάζει πανέμορφο μέσα στην κοιλάδα, στους βοσκότοπους, και να ζουν, να νιώθουν αυτά τα υπέροχα άτια, τις ψυχές των ανθρώπων. Όνειρα και απογοητεύσεις, μα και μυστήριο, να καλύπτει και να αναγκάζει τον αναγνώστη να τρέξει, να φτάσει στο τέλος. Να ταξιδεύει ιππεύοντας, προς τις λίμνες, ή τα φαράγγια, ανάλογα με το τι θα αποφάσιζε η ψυχή να διαλέξει, τις στιγμές τις μοναξιάς της, και των αναζητήσεων. Εύχομαι από καρδιάς, πάντα επιτυχίες Νατάσα. Αξίζουν και τα δύο, σαν μοναδική συντροφιά , σε διακοπές, στο σπίτι, εκεί όπου η ψυχή του ανρθώπους αναγνώστη, αποφασίζει, να αφεθεί στο ταξίδι τους.

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

''Το μυστικό των αλόγων, η επιστροφή'' μέσα από τα μάτια της συγγραφέως Γεωργίας Κακαλοπούλου

H Νατάσα είναι από τις συγγραφείς που γοητεύουν τους αναγνώστες της με κάθε τους έργο. Από τις συγγραφείς που έχουν την ικανότητα να δίνουν και να παίρνουν από εκείνους, όσο περίεργο και αν μοιάζει αυτό.Ίσως να φταίει βέβαια η ατμόσφαιρα που ξέρει τόσο καλά να δημιουργεί, το μυστηριώδες κλίμα, οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκει τους ήρωες της και που είναι βασανιστικές, εφιαλτικές μερικές φορές, μα πάντοτε, άκρως ενδιαφέρουσες. Ο ψυχισμός των ηρώων της και οι ιδιαιτερότητες τους, μοναδικά και με μια τάση να προσφέρουν με τα τερτίπια και τις επιλογές τους σκοτάδι, αιχμές φόβου κι σταγόνες αγωνίας στα μέτωπα των αναγνωστών. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το ταλέντο της Νατάσας Γκουτζικίδου, κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή ώς το τέλος του βιβλίου της . Όπως στο Μυστικό των Αλόγων -η επιστροφή. Ένα βιβλίο που μας τραβά στο μεταφυσικό και το πραγματικό, σε μίσος και πάθος και σε επικίνδυνα μυστικά, παράλληλα με τις ευωδιές από τις πτυχώσεις ενός άνθους, δυνατού έρωτα. Η ικανότητα της συγγραφέως, να δημιουργεί μια γοητευτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα, καταφέρνει να προκαλεί άμεση εξασθένιση της πραγματικότητας από τις πρώτες κιόλας στιγμές ανάγνωσης, ενώ ταυτόχρονα μας μεταφέρει στους αόρατους κύκλους του σύμπαντος της ιστορίας της και με μαθηματική πρόσοδο αρχίζουν να μας περιβάλλουν αδιόρατα, ακατανόητα και συχνά, μεταφυσικά στοιχεία. Η ιστορία του Μυστικού των αλόγων 2, εξελίσσεται κάτω από ένα άραχλο πέπλο περιστατικών και συμπεριφορών απροσδόκητων. Καθώς την περιδιαβαίνει κανείς, έρχονται στιγμές που τον κυριεύει ανατριχίλα, αγανάκτηση και αγωνία για λύτρωση και κάθαρση, για περισσότερο φως.... Οι σκιές επικρατούν και ο έρωτας είναι ο μοναδικός φάρος που φωτίζει την βασανιστική τους επέλαση. Τα άλογα, υπέροχα, υπερήφανα, μοναδικά, γεμάτα συναίσθημα και διαίσθηση πλάσματα, αποτελούν έναν δυνατό καταλύτη. Το παιχνίδι με τον κίνδυνο κορυφώνεται, σελίδα τη σελίδα, αράδα την αράδα. Ο κίνδυνος κλείνει το μάτι πονηρά μέσα στην Επιστροφή. Κουνά το δάκτυλο και γελά ανατριχιαστικά ενώ το μόνο που μπορεί να κάνει ο αναγνώστης είναι να συνεχίσει να παίζει το τρομερό του παιχνίδι προκειμένου να παραμείνει ζωντανός. Σιωπήστε λοιπόν και παραμείνετε ψύχραιμοι... Συνεχίστε να παίζετε..... Αγαπημένη μου φίλη, θερμά συγχαρητήρια για το όμορφο δημιούργημα σου. Εύχομαι πάντοτε να γοητεύεις τους αναγνώστες σου και να τους τραβάς στα βάθη ενός, ιδιαίτερου και ξεχωριστού ... παιχνιδιού ανάγνωσης. Συγχαρητήρια!