Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Είναι κάποιοι άνθρωποι που...

Λένε πως οι σχέσεις πρέπει να είναι ισότιμες. Να δίνεις και να παίρνεις. 
Λένε πως οι περισσότεροι άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή μας για να την ομορφύνουν αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας για να σωθούν μέσα από εμάς. 
Λίγοι, κάποιοι σπάνιοι, είναι αυτοί που έρχονται στη ζωή κάποιου για να τον σώσουν και στη συνέχεια, μπορεί και να σωθούν εκείνοι παρότι δεν το έχουν πραγματικά ανάγκη. 
Δεν έρχονται για να απαγκιστρωθούν στον άλλον, ούτε να γιατρέψουν τις πληγές τους μέσα από εκείνον. 
Δεν έχουν ανάγκη να βγάλουν τα απωθημένα τους πάνω τους, ούτε περιμένουν να γίνει ο άλλος- ο σύντροφος, το ταίρι- ο ψυχολόγος τους. 
Τις νύχτες που κλείνουν τα μάτια, δεν περιμένουν να τους κρατήσεις το χέρι και να τους κλείσεις στην αγκαλιά σου, το κάνουν πρώτοι. 
Δεν περιμένουν να τους φροντίσεις για να στο ανταποδώσουν. Θα σε φροντίσουν γιατί από τέτοιο υλικό είναι καμωμένοι. 
Δεν προσδοκούν από σένα τον κόσμο. Θα στον χαρίσουν πρώτοι, γιατί το θέλουν και δεν θα σου χαρίσουν έναν οποιοσδήποτε κόσμο.
 Θα σου χαρίσουν τον δικό τους καλύτερο κόσμο, εκείνον που μπορεί να έχει ατέλειες, ελαττώματα αλλά που για χάρη σου θα τα γλυκάνουν. Θα φροντίσουν να μη σε αγγίζουν. 
Ναι, θα κάνουν την υπέρβαση. 
Την υπέρβαση που εσύ φοβάσαι να κάνεις για έναν άλλον. 
Μη νομίζεις, κι εκείνοι φοβούνται γιατί την προδοσία την έχουν ζήσει στο πετσί τους, όπως κάθε άνθρωπος που τολμά το άνοιγμα στον ξένο. 
Όμως, είναι διατεθειμένοι να κάνουν το επόμενο βήμα.
Είναι κάποιοι άνθρωποι που έρχονται στη ζωή σου για να σου δώσουν την αγάπη τους, χωρίς ανταλλάγματα. 

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Εκείνοι σ' αγάπησαν εδώ.

Άκου, μάτια μου, το μυστικό που θα σου πω και άκου το προσεχτικά. Στον φθαρτό κόσμο που ζούμε, δεν είμαστε μόνοι. 
Υπάρχει μια κατηγορία πλασμάτων που τα λένε αερικά. Ξέρω τι φαντάζεσαι  και τι ιστορίες σκαρώνει ήδη ο λογισμός σου. Φαντάζεσαι άυλα πλάσματα, διάφανα, με μακριά φορέματα και λυτά μαλλιά να πέφτουν στους ώμους και να τρέχουν σε λιβάδια με παπαρούνες, μαργαρίτες και χαμομήλια. 
Να έβλεπες πώς χαμογελώ τώρα, γιατί κάποτε κι εγώ τα ίδια πίστευα αλλά έκανα λάθος. 
Βλέπεις, τα αερικά είναι άνθρωποι σαν εμένα κι εσένα. Γήινα πλάσματα, με ελαττώματα και προτερήματα όπως όλοι μας, δηλαδή. Ζουν ανάμεσά μας. Μπορεί να είσαι εσύ, εγώ, ο φίλος σου, η μητέρα ή η αδελφή σου, ο άνθρωπος που ερωτεύτηκες, αυτός που νιώθεις ότι κάπου, κάποτε, συνάντησες και άφησε το στίγμα του πάνω σου. 
Άλλο πράγμα, μάτια μου, κάνει κάποιους ανθρώπους αερικά και αυτό είναι η ψυχή τους. 
Αν είχε χρώμα, θα ήταν χρυσαφιά. Αν ήταν μέρος να ζει κανείς, θα ήταν θάλασσα ακύμαντη και αν ήταν φυσικό στοιχείο, θα ήταν άνεμος Λίβας και Βαρδάρης μαζί.
 Αερικά είναι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν φοβούνται να σου δώσουν την ψυχή τους, να σε αγαπήσουν και να σε ερωτευτούν. Ανοίγουν την αγκαλιά τους κι ας ξέρουν πως θα τους ρουφήξουν κάθε ανάσα τους, δίχως αυτοί να πάρουν τα ίσα. 
Θα σου δώσουν ξανά και ξανά, ό,τι έχουν. 
Τα καλύτερα από εκείνους και μετά, μια μέρα θα φύγουν. 
Όχι γιατί δεν σ’ αγάπησαν αλλά γιατί μόνο εκείνοι σε αγάπησαν εδώ, θα πω παραφράζοντας αγαπημένο τραγούδι. 
Θα μαζέψουν την πικρία, την απογοήτευσή τους και θα κατηγορήσουν τους εαυτούς τους για ό,τι δεν πήγε καλά. 
Μετά, θα φορέσουν το πιο καλό τους χαμόγελο και θα βγουν στον κόσμο, δίχως να φοβούνται ότι θα πληγωθούν ξανά.
 Ξέρουν ότι αυτό θα συμβεί και πάλι.
 Βλέπεις, τα αερικά ταξιδεύουν με τον αέρα. 
Δεν τα φοβίζουν τα μεγάλα ύψη, δεν τα φόβισαν ποτέ. 

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Ποτέ δεν μου έφτασε ο χρόνος μαζί σου

Δεν ξέρω, είναι κάτι βράδια που ο χρόνος δεν περπατά πάνω στο ρολόι μου. Ακριβό, φτηνό, δεν έχει σημασία. Στέκεται εκεί και απλώς, με κοιτάζουν οι δείχτες του. Μοιάζει με αναμέτρηση, αλλά γιατί πάντα εγώ είμαι αυτή που νιώθει ηττημένη;
Θυμάμαι πως όταν ήμουν παιδί, πάσχισα πολύ να μάθω την ώρα. Παρά τέταρτο, παρά δέκα, πέντε ακριβώς, μεσάνυχτα, καταμεσήμερο, όλα έννοιες μπερδεμένες στο κεφάλι μου. Χρόνια μετά, διαπιστώνω πως και οι μαθητές μου αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες. Χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει ίδιο κι ας μην είμαι πια εκείνο το κοριτσάκι με τις κοτσίδες που του έφτιαχνε η μητέρα του.
Γιατί μάθαμε να μετράμε τον χρόνο, για να μας στερούμε αναπνοές;
Για να μας αρπάζουμε ανάσες;
Όλη μέρα, τρέχει κανείς με ένα χρονόμετρο στο χέρι. Συγγνώμη, ρολόι εννοούσα. Να ξυπνήσεις το πρωί, να πιεις έναν καφέ στο πόδι, άντε κι ένα τσιγάρο στα βιαστικά και στο επόμενο λεπτό βρίσκεσαι κιόλας να ντύνεσαι, να μακιγιάρεσαι, να μιλάς παράλληλα στο τηλέφωνο και με δύο χέρια να πρέπει να κάνεις δέκα δουλειές γιατί απλούστατα, ο χρόνος δεν σου φτάνει.
Στο κόκκινο φανάρι της αργοπορίας σου, ο χρόνος μοιάζει ήδη να τσουλά εις βάρος σου. Κοίτα πως μερικά δευτερόλεπτα γίνονται εχθρός σου ενώ θα έπρεπε να είναι σύμμαχός σου. Ανάβει το πράσινο και η ελπίδα φτερουγίζει μέσα σου, πως ίσως προλάβεις. Μα, τι να προλάβεις; Τον χρόνο; Προλαβαίνει κανείς τον χρόνο; Αυτός πάντα τρέχει γοργά κι εσύ, ανόητε άνθρωπε, απλώς τον κυνηγάς.
Φεύγει η μέρα και δεν την καταλαβαίνεις, γιατί κι αυτή στο κόλπο είναι. Σύμμαχος του χρόνου, μην την εμπιστεύεσαι. Το ίδιο και ο ήλιος που αργά χάνεται από τον ουρανό και σου χαρίζει απατηλές ελπίδες καθώς βάφει τα πάντα με παστέλ αποχρώσεις.
Καθώς κλειδώνεις ένα άψυχο πια γραφείο και κοιτάς το φεγγάρι που έχει παγιδευτεί στα κλαδιά κάποιου δέντρου, σκέφτεσαι πως πάλι έφυγε η μέρα. Πάλι δεν πρόλαβες να κάνεις πράγματα κι αυτό το ημερολόγιο πια, τι το θες; Όλο εκτός προγράμματος βγαίνεις. Και είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς πως όλα σύμμαχος αυτού του μπερμπάντη του χρόνου είναι και πως το παιχνίδι είναι τελικά, σικέ.
Πώς να τα βάλεις μαζί του;
Έπειτα, χτυπάει το τηλέφωνο. Η οθόνη αναβοσβήνει. Μια γνώριμη φωνή έρχεται από την άλλη άκρη της γραμμής. Μια φωνή που σε γεμίζει ζεστασιά, ενώ απευθύνεται μόνο στην καρδιά σου. Άλλωστε, εκείνη δεν είναι που κινεί τα νήματα; Αυτή δεν είναι που στέλνει το αίμα παντού; Σε κάθε άκρο, σε κάθε μυ, σε κάθε εκατοστό της ύπαρξής σου;
Και τότε μόνο συνειδητοποιείς πως ο χρόνος δεν θα γίνει ποτέ σύμμαχος. Το καταλαβαίνεις όταν κλείσεις το τηλέφωνο, γιατί αγάπη μου, ο χρόνος με σένα δεν ήταν ποτέ αρκετός. Ποτέ δεν μου έφτασε μαζί σου.
Μα είναι πάλι αυτός ο ίδιος ο μπαγάσας, ο αντι-σύμμαχός σου, που στην πραγματικότητα σου δείχνει τον δρόμο, πως τον χρόνο δεν πρέπει να τον σπαταλάς για ό,τι δεν αξίζει. Του το χρωστάς όμως να τον επενδύεις σε ό,τι σε κάνει να χαμογελάς.

Ποτέ δεν μου έφτασε ο χρόνος μαζί σου… 

Ένα παραμύθι για τις κακές μάγισσες

Θα σου πω ένα παραμύθι για τις κακές μάγισσες. Μια φορά, ας μιλήσει κάποιος και για αυτές αλλά πρόσεξε, στο δικό μου παραμύθι δεν θα σου μιλήσω για εκείνες τις άσχημες με τη μακριά μύτη και το γέρικο σώμα. 
Βλέπεις, οι άνθρωποι προσπαθούμε να ξορκίσουμε το κακό μειώνοντάς το. Στην πραγματικότητα, ο τρόπος να το ξορκίσει κανείς είναι άλλος αλλά θα στον πω στο τέλος της ιστορίας.
Στη δικό μου παραμύθι λοιπόν θα σου μιλήσω για εκείνες τις όμορφες κακές μάγισσες με τα μακριά μαλλιά και τα πλουμιστά φορέματα που τις κάνουν να φαίνονται ακόμα πιο όμορφες.
 Θα σου μιλήσω για εκείνες τις όμορφες κακές μάγισσες που ενώ η όψη τους είναι υπέροχη, η ψυχή τους είναι γυάλινη, παγωμένη σαν την καρδιά μιας γνωστής βασίλισσας. Αυτής του χιονιού.
Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί η καρδιά αυτών των μαγισσών μπορεί να πάγωσε; 
Μπήκες ποτέ στη διαδικασία να κοιτάξεις βαθιά στα μάτια τους; 
Μην μου πεις ότι το έκανες, θα είναι ψέμα. 
Είναι η ταμπέλα που κουβαλούν και σε τρομάζει. 
  Ποτέ δεν το έπραξες. 
Πίστεψες ότι έτσι είναι.
Όμως κανείς ποτέ δεν έγινε από μόνος του κακός.
 Κάποιος, κάτι, κάπου, τον πλήγωσε.
 Του άφησε στίγματα στην καρδιά. 
Στην αρχή, ήταν μόνο μία χαρακιά. 
Με τον καιρό όμως, καθώς δεν έκλεινε η χαρακιά, μεγάλωνε και σύντομα έγινε αυλακιά. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να κλείσει μία αυλακιά; Πόσο δύσκολο είναι να θεραπευτεί;  Πρέπει να έχεις ανεξάντλητη δύναμη για να μην την αφήσεις να μεγαλώσει και ξέρεις, μερικές φορές δεν την έχουμε αυτήν τη δύναμη. 
Το αντίθετο.
Χώρια που καθώς η ζωή τρέχει, προστίθενται κι άλλες χαρακιές. Πολλές, πάρα πολλές, γιατί έτσι είναι φτιαγμένη η ζωή, από χαρακιές και ελπίδες.
Οι μάγισσες της ιστορίας μου, κάποτε, ήταν γυναίκες σαν όλες μας. Ζούσαν ανάμεσα στους κοινούς θνητούς. Γελούσαν, χόρευαν, τραγουδούσαν και το κυριότερο, είχαν καρδιά σαν μικρού παιδιού. Γι’ αυτό και κάποιος την ‘πάτησε’, την ισοπέδωσε και τις άφησε να γλύφουν τις πληγές τους. Ένας κακός κυνηγός ίσως, μια Χιονάτη από ένα ψέμα, ένας πρίγκιπας που αποδείχτηκε πως μόνο τίτλο έφερε. Τα άλλα εξαρτήματα που θα έπρεπε να τον συνοδεύουν τα ξέχασε στο παλάτι, στο παλιό μπαούλο.
Και περνούσαν οι μέρες και οι μάγισσες της ιστορίας μας ολοένα κλείνονταν στον εαυτό τους, μέχρι που η ψυχή τους κλείδωσε οριστικά. Πάγωσε, διαλύθηκε σε χιλιάδες κομματάκια που έπρεπε ένα ένα να μαζέψουν από το πάτωμα και να ξανακολλήσουν. Μα κολλιέται ό,τι διαλύθηκε; Μπορεί να φτιαχτεί όπως πριν;
Θα σου πω ένα μυστικό και να το θυμάσαι πάντα, το κακό ξορκίζεται μόνο με το καλό. Μόνο όταν αφήσεις λίγο φως να μπει στη ζωή σου. Και αυτές οι όμορφες μάγισσες δεν το άφησαν από φόβο μήπως πληγωθούν κι άλλο και δεν κατάλαβαν πως δίχως αγάπη, δίχως καλό στη ζωή τους, είχαν όλα τελειώσει. 
Απλώς, δεν το ήξεραν.